Κήρυγμα Κυριακής 25 Οκτωβρίου 2026 στο Αποστολικό Ανάγνωσμα από την Ιερά Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΑ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

(Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026)
«… τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με». Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς 25ης Ὀκτωβρίου, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πράγματι πόσο μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός! Ὅμως πρῶτα ἡ ἀγάπη εἶναι γνώρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀνάμεσα στὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ξεχωρίζει ἡ ἀγάπη. Ὑπάρχει ἡ ἀγαπητικὴ σχέση τῶν τριῶν προσώπων. Τί λέγει ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο; Ὅτι παραμένει στὴν ἀγάπη τοῦ Πατέρα˙ ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα˙ ὅτι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό. Στὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του καὶ λέγεται “ἀρχιερατικὴ προσευχή” ἀπευθύνεται στὸν Πατέρα καὶ λέγει: «Μὲ ἀγάπησες πρὶν νὰ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Γιατί ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν κόσμο καὶ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο; Μήπως εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ συντροφιά, νὰ μὴ εἶναι μόνος; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη κινούμενος ἔκανε τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι τὸ στολίδι, γιὰ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ καλὰ τῆς δημιουργίας. Πάνω, σὰν κορωνίδα, ἔβαλε τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος δὲν τήρησε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ κόσμος, ἡ θεία δημιουργία, ἄλλαξε. Πόνεσε. Ἔχασε τὴν ἠρεμία της καὶ τὴν πρώτη ὀμορφιά της. Καὶ σὰν νὰ μὴ ἔφθανε αὐτό, οἱ καταχρήσεις τοῦ ἀνθρώπου καταστρέφουν τὴ δημιουργία, τὸν ὄμορφό μας κόσμο. Καὶ τὶς συνέπειες τὶς πληρώνει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ φύση, ὅπως λέμε, ἐκδικεῖται. Πυρκαγιές, πλημμύρες, ἀνομβρίες, φαινόμενα πρωτόγνωρα, ἔχουν ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ χειρότερο. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Ἡ ἁγία Γραφὴ μᾶς λέγει ὅτι ὅποιον ἀγαπᾶ ὁ Θεός, τὸν παιδεύει, ἐπιτρέπει νὰ παιδεύεται, νὰ δοκιμάζεται. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει ὅτι οἱ δοκιμασίες στὴν ζωὴ ἀποδεικνύουν ὅτι εἴμαστε γνήσια παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ποιός πατέρας δὲν παιδεύει τὸ παιδί του; Καὶ μεῖς παιδευόμαστε, γιατί ὁ Θεὸς ἔχει τὸν σκοπό Του. Ποιός εἶναι; Νὰ ἁγιασθοῦμε. Οὔτε μᾶς ἀφήνει νὰ δοκιμαζόμαστε μέχρι τέλους. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ βαστᾶμε μεῖς τὸν σταυρό μας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν βαστᾶ ὁ Θεός, ὁ Πατέρας μας. Ὁ Θεός, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, ξέρει τὶς ἀντοχές μας. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ φαίνεται ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πῶς τὰ οἰκονόμησε ὁ Θεός, γιὰ νὰ μᾶς σώσει˙ αὐτὸ ποὺ λέμε “Θεία Οἰκονομία”. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν μετριέται˙ εἶναι πάρα πολὺ μεγάλη˙ εἶναι ὁλοκληρωτική. Παρέδωσε τὸν Υἱό Του γιὰ μᾶς. Ποιός ἀπὸ μᾶς θὰ ἔστελνε τὸν γιό του σὲ ἀνθρώπους ποὺ θὰ τὸν σκότωναν; Κανείς. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους, γιὰ νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ μᾶς σώσει. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι προπαντὸς προσωπική. Αὐτὸ μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα: «Μὲ ἀγάπησε». Ὁ Θεὸς ἀγάπησε τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς. Γιὰ τὸν καθένα μας ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε. Καὶ μὴ νομίζουμε ὅτι σ’ αὐτὴν τὴν ἀγάπη προηγηθήκαμε ἐμεῖς. Ὁ Θεὸς πρῶτος μᾶς ἀγάπησε. Ἐμεῖς τὸν ἀγαποῦμε, γιατί Αὐτὸς πρῶτος μᾶς ἀγάπησε. Ἡ τεράστια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι μᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομαζόμαστε παιδιά Του καὶ νὰ τὸν ὀνομάζουμε Πατέρα μας. Ἀποδεικνύεται καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ μᾶς ἔδωσε πλουσιοπάροχα. Μὲ τὸ τὸ χρίσμα κατὰ τὴ βάπτισή μας παίρνομε τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ σφραγιζόμαστε, γιατί πλέον ἀνήκουμε στὸν Θεό. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου φαίνεται περίτρανα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Σταύρωση. Ἡ Σταύρωση, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι, ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλη φορά, ἀπαίτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀπαίτηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ὀργίσθηκε, ποὺ θύμωσε γιὰ τὴ δική μας παρακοὴ καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξιλεωθεῖ. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τὶς δικές μας ἀνάγκες, τὰ δικά μας πάθη. Εἶναι ὁ Πατέρας μας, ποὺ θέλησε νὰ μᾶς σώσει. Καὶ δὲν βρῆκε ἄλλο τρόπο πιὸ δυνατό, γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν πατρική Του ἀγάπη. Παρέδωσε τὸν Υἱό Του, γιὰ νὰ σταυρωθεῖ. Γιὰ χάρη ποιῶν; Γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, ποὺ ἐπαναστατήσαμε κατὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ χάρη μᾶς θυμίζει ἕνα περιστατικὸ ποὺ περιγράφει ἕνας Ρῶσος συγγραφέας. Κάποιος ἐπαναστάτησε ἐναντίον τοῦ τσάρου. Αὐτὸ συνεπάγονταν θάνατο τοῦ ἐπαναστάτη. Πράγματι ἐκδόθηκε τὸ διάταγμα γιὰ τὴν ἐκτέλεσή του. Ἀνέβασαν τὸν ἔνοχο πάνω στὸ ἰκρίωμα. Διάβασαν τὸ διάταγμα τοῦ τσάρου. Ἀμετανόητος ὁ ἐπαναστάτης ὁδηγεῖται στὴν ἀγχόνη. Νὰ ὅμως ποὺ τὴν τελευταία στιγμή, πρὶν τὸν κρεμάσουν, ἔρχεται ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ τσάρου. Διαβάζει νέο διάταγμα. Ὁ τσάρος τοῦ ἀπονέμει χάρη. Τοῦ χαρίζει τὴν ζωή. Καὶ δὲν φθάνει αὐτό. Ὁ τσάρος ἐκδίδει καὶ ἄλλο διάταγμα. Τὸν ἐπαναστάτη, αὐτὸν ποὺ ἤθελε νὰ τὸν φονεύσει, τὸν ἀνακηρύσσει παιδί του καὶ διάδοχό του. Αἰῶνες πρὶν ἀπ’αὐτὸν τὸν βασιλιὰ τὰ οἰκονόμησε ἔτσι ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, ὁ Κύριος καὶ Θεός μας. Ἐμεῖς ἐπαναστατήσαμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Παραβήκαμε τὸ θέλημά Του, τὴν ἐντολή Του. Ποιό ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα; Ὄχι μόνο μᾶς συγχώρησε ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἔκανε παιδιά Του˙ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ κληρονομήσουμε τὴ βασιλεία Του. Μὲ πολλὴ εὐγνωμοσύνη ἂς δοξάσουμε καὶ μεῖς, μαζὶ μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ στὸ διηνεκές, ἀδιάκοπα, καὶ μᾶς ἔλουσε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας μὲ τὸ Αἷμα Του. Αὐτὸν ποὺ μᾶς κρατᾶ μέσα στὴν ἀγάπη Του. Γιατί καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴν μᾶς συνιστᾶ ὁ ἀδελφόθεος Ἰούδας νὰ κρατᾶμε τὸν ἑαυτό μας. Εἶναι ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν βρίσκουμε τὴν ζεστασιὰ μέσα στὸν παγερό μας κόσμο. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε. Μέσα στὴν Ἐκκλησία σωζόμαστε.
Πουθενὰ ἀλλοῦ.
Ἀμήν







