Pantelidis
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Κήρυγμα Κυριακής 18 Οκτωβρίου 2026 στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, από τη Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας

Τὴν Κυριακὴ 18 Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ, διαβάζουμε ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Στὴν περικοπὴ ὁ Ἀπόστολος μᾶς παρακινεῖ νὰ ἐξαγοραζόμαστε τὸν καιρό˙ δηλαδή, νὰ κάνουμε φρόνιμη καὶ συνετὴ χρήση τοῦ χρόνου, ἀποβλέποντας στὸ καλό˙ νὰ ἐπωφελούμαστε τὶς εὐκαιρίες ποὺ μᾶς παρουσιάζονται, γιὰ νὰ κάνουμε τὸ καλό. Πράγματι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸν χρόνο καὶ τὶς εὐκαιρίες στὴν ζωή μας, γιὰ τὸ ἀγαθὸ καὶ προπαντὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Νὰ τὸν ἀγοράζουμε γιὰ τὴ δική μας σωτηρία. Ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα, ἀλλὰ δὲν ἀγοράζεται μὲ χρῆμα. Μ’ αὐτὸν ἀγοράζουμε ἢ τὴν αἰώνια ζωὴ ἢ τὴν αἰώνια κόλαση. Πολλὲς φορές νομίζουμε ὅτι ὁ χρόνος εἶναι δικός μας˙ ὅτι μπροστά μας ἔχουμε ἀρκετὸ χρόνο γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας στὸν Θεό. Ἀλλὰ ὁ χρόνος μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι χρόνος χωρὶς τὸν Θεό. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας εἶναι μικρός. Τὸν μικραίνουμε ἀκόμη περισσότερο, ὅταν τὸν σπαταλοῦμε. Ὅπως ἔλεγε ὁ Βενιαμὶν Φραγκλίνος, «ὁ ἄνθρωπος ποὺ τολμᾶ νὰ σπαταλήσει μιὰ ὥρα, δὲν γνώρισε τὴν ἀξία τῆς ζωῆς». Ὁ δὲ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος παρομοιάζει τὴν ζωὴ μὲ ἀτμό, ποὺ σὲ μιὰ στιγμὴ φαίνεται καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ ἐξαφανίζεται. Ἔτσι φεύγει καὶ ἡ ζωή μας. Χρειάζεται ἡ πίστη. Χρειάζονται ὅμως καὶ τὰ ἔργα μας καὶ οἱ καλωσύνες μας˙ ἡ ὑπηρεσία στὸν συνάνθρωπό μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε, πορευόμενοι μέσα στὴ χάρι τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πίστη μας, χωρὶς τὰ ἔργα μας, εἶναι νεκρή, μᾶς λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος. Τὸ κακὸ παράδειγμά μας καὶ ἡ μακρὰν τοῦ Θεοῦ ζωή μας ἔχουν ἀρνητικὴ ἐπίδραση στοὺς ἀδελφούς μας. Ἡ δὲ σπατάλη ἀλλὰ καὶ ἡ μὴ ἀξιοποίηση τῶν χαρισμάτων, τὸ καταχώνιασμα στὴ γῆ τοῦ ταλάντου ποὺ μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, ἔχουν πολὺ ἀρνητικὸ ἀντίκτυπο στὴ σωτηρία μας. Ὁ ἀχρεῖος δοῦλος στὸ εὐαγγέλιο κατακρίθηκε γιατί καταχώνιασε στὴ γῆ τὸ τάλαντο καὶ δὲν τὸ ἀξιοποίησε. Τώρα, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀκριβὴς στιγμή. Ἡ ζωή μας μία εἶναι καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ἀλλοίμονο ἂν τὴ δαπανήσουμε μάταια καὶ σβήσει πρὶν προλάβει ν’ ἀνάψει τὸ φῶς τῆς αἰωνιότητος. Ὀφείλουμε νὰ τὸ συνειδητοποιήσουμε τώρα, γιατί τὸ μέλλον δὲν εἶναι δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πολὺ ἄσχημο νὰ μὴ γνωρίζουμε τὸν καιρό, τὴν εὐκαιρία˙ τότε ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς ἐπισκέπτεται μὲ τὸν λόγο Του, μὲ τὰ μυστήριά Του, μὲ τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν. Ὁ καιρὸς ὄχι μόνον εἶναι κοντά, ἀλλὰ εἶναι παρών. Τώρα προσφέρεται ἡ σωτηρία μας. Ἐὰν χάσουμε τὴν κατάλληλη στιγμή, θὰ χάσουμε καὶ τὴ σωτηρία μας. Νὰ μὴ χάσουμε ὅμως καὶ τὸν πρῶτο ἐνθουσιασμό μας˙ τότε ποὺ πρωτογνωρίσαμε τὸν Κύριό μας στὴ δική μας Τιβεριάδα καὶ ἀποφασίσαμε νὰ τὸν ἀκολουθήσομε. Κανεὶς δὲν γερνᾶ ἁπλῶς, γιατί περνοῦν τὰ χρόνια. Ὁ ἄνθρωπος γερνᾶ μόνον ὅταν χάνει τὰ ἰδανικά του. Τὰ χρόνια ρυτιδώνουν τὸ δέρμα. Ὅμως ὅταν χάνουμε τὸν ἐνθουσιασμό μας, τότε ἡ ψυχὴ ρυτιδώνεται. Εἶναι πλέον ὁ καιρὸς νὰ ζήσουμε γι’ Αὐτὸν ποὺ πέθανε γιὰ μᾶς. Τώρα, ὄχι αὔριο, νὰ μεριμνήσουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ δρόμος τοῦ αὔριο ὁδηγεῖ στὴν πόλη τοῦ ποτέ. Χίλια αὔριο δὲν μποροῦν νὰ κάνουν ἕνα σήμερα. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, πόσο ἔπρεπε νὰ κοπιάσουμε γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν εὐκαιρία; Ἀλλὰ τώρα ἔφθασε, χωρὶς νὰ κοπιάσουμε καθόλου. Εἶναι εὐπρόσδεκτη ἡ εὐκαιρία. Εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ τώρα, ἐπειδὴ τώρα ὁ Κύριος μᾶς ἀποδέχεται καὶ μᾶς ἁγιάζει˙ ἐμᾶς ποὺ τόσο ἁμαρτήσαμε˙ καὶ ὄχι μόνο μᾶς ἀποδέχθηκε, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἀνύψωσε στὴν ἀνώτατη τιμή. Τώρα ποὺ εἶναι ὁ καιρὸς ὁ εὐπρόσδεκτος, τώρα ποὺ εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, ἂς τὴν ἁρπάξουμε. Ἂς ἀγωνιζόμαστε μὲ φόβο καὶ τρόμο γιὰ τὴ σωτηρία μας˙ τώρα ποὺ εἶναι ὁ καιρὸς τῆς χάριτος, τώρα ποὺ κρατοῦμε τὸ σήμερα, γιατί τὸ αὔριο εἶναι ἀβέβαιο καὶ ἐπισφαλές. Ο χρόνος τῆς ζωῆς μας παρέρχεται καὶ δὲν ἐπανέρχεται. Κυλάει σὰν τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ, ποὺ νομοτελειακὰ δὲν γυρίζει πίσω. Ἂς μὴ ἔχουμε καὶ μεῖς χαμένα χρόνια. Ἂς φροντίσουμε νὰ ἀξιοποιήσουμε ἐγκαίρως τὰ χρόνια τῆς ζωῆς μας, ὡσότου εἶναι ἡ ἡμέρα. «Ἔρχεται ἡ νύχτα, ὅταν κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐργάζεται», ὅπως μᾶς τόνισε ὁ Κύριος. Ἂς μὴ μοιάσουμε μ’ ἐκεῖνον τὸν γέροντα κάποιου παλιοῦ πίνακα, ποὺ παρουσίαζε ἕνα θλιβερὸ συμβολισμό. Ὁ γέροντας, κυρτωμένος ἀπὸ τὸ βάρος τῶν χρόνων, ἔτρεχε τρικλίζοντας καὶ μὲ τὰ χέρια σὲ στάση ἱκεσίας. Τί ἤθελε; Ἤθελε νὰ συλλάβει τὶς σκιὲς ποὺ χάνονταν πίσω ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῆς νύχτας. Στὸ κάτω μέρος τοῦ πίνακα ὑπῆρχαν οἱ ἑξῆς λέξεις: “Τὰ χαμένα χρόνια”. Ὁ γέροντας προσπαθοῦσε νὰ κάνει τὰ χρόνια νὰ γυρίσουν πάλι˙ ὅμως δὲν καταλάβαινε ὅτι ματαιοπονοῦσε. Τώρα ποὺ εἴμαστε στὸ παρόν, νὰ ἐργασθοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία μας, γιατί τὸ μέλλον δὲν εἶναι στὸ χέρι μας. Εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατευθύνει τὰ γεγονότα καὶ τὴν ζωή μας. Ὅσα σχέδια καὶ ἂν κάνουμε γιὰ τὸ μέλλον μας, Ἐκεῖνος ἔχει τὸν πρῶτο καὶ τελευταῖο λόγο. Ἄλλωστε δὲν λέμε ὅτι, ὅταν ἐμεῖς κάνουμε σχέδια, ὁ Θεὸς “γελάει”; Πολὺ σοφὰ μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἰωάννης Βηλαρᾶς τὴν παροδικότητα καὶ τὴ μὴ ἀξιοποίηση τῶν εὐκαιριῶν στὴν ζωή μας σὲ ἕνα ποίημά του: «Ὅσοι τὸν καιρὸ ξοδεύουν καὶ τὸ μέλλον δὲν μετροῦν, στὰ χαμένα τὸν γυρεύουν σὰν καὶ πρῶτα νὰ τὸν βροῦν. Ἐπειδὴ φτερὰ βαστάει, φεύγει, τρέχει σὰν νερὸ κι ὅποιος δὲν τὸν κυνηγάει, χάνει πάντα ἕνα μισθό». Τώρα, λοιπόν, εἶναι ὁ καιρὸς ὁ εὐπρόσδεκτος. Τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Ἂς δεχθοῦμε τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Στὸ νῦν τοῦ Θεοῦνὰ ἀπαντήσουμε μὲ τὸ δικό μας ἀμήν, γένοιτο!

Αμην