Κήρυγμα Ιεράς Μητρόπολης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας της Κυριακής 1 Νοεμβρίου 2026 στο Αποστολικό Ανάγνωσμα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΥ
(Κυριακή 01 Νοεμβρίου 2026)
Πολλοί, ἀναρωτιώμαστε: Ποιό εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθό; Σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀπαντᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα στὴν ἑορτὴ τῶν Ἀγίων Ἀναργύρων ἰατρῶν Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔδωσαν ὅλα ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ὕψιστο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ἀγάπη. Τὴν ἀγάπη ἀναλύει ὁ ἀπόστολος στὴν περικοπὴ ποὺ ἀκοῦμε κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτῶν τῶν ἁγίων.
Πρῶτα συγκρίνει τὴν ἀγάπη μὲ ἄλλα ἀγαθά, ποὺ ὅλοι ἐκτιμοῦμε. Τὴ συγκρίνει μὲ τὴ γλωσσολαλία, τὴν προφητεία, τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλεημοσύνη.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γλωσσολαλία. Ἕνας μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὶς γλῶσσες ὅλου τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ τῶν ἀγγέλων.
Μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ ζηλευτὸ χάρισμα, τὴ δύναμη τοῦ λόγου, καὶ νὰ παίζει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ χωρὶς ἀγάπη, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παγκόσμια γλῶσσα, μοιάζει μὲ χάλκινο ἀντικείμενο, ποὺ βουΐζει, ἢ μὲ τύμπανο, ποὺ βγάζει ἦχο χωρὶς σημασία.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν προφητεία καὶ τὴ γνώση, ὥστε νὰ γνωρίζει κάποιος ἀκόμη καὶ κάθε τι ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴ θεία Οἰκονομία˙ ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πίστη, ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη.
Ἆραγε γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πίστη, ποὺ ὁ Κύριος εἶπε ὅτι, ἂν τὴν ἔχουμε, μποροῦμε ἀκόμη καὶ βουνὰ να μετακινοῦμε; Γιατί ἡ πίστη μᾶς φέρνει σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὸν Θεό, νὰ μοιάσουμε μὲ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἀγάπη. Ἡ πίστη, λοιπόν, εἶναι τὸ μέσον. Ἡ ἀγάπη, ὁ σκοπός μας. Ἄρα ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πίστη.
Ἡ ἀγάπη, ὅμως, εἶναι ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη. Μὰ εἶναι δυνατὸ νὰ ἐλεοῦμε καὶ νὰ μὴ ἀγαπᾶμε; Βεβαίως. Πόσοι ἐλεοῦν μόνο καὶ μόνο γιὰ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ κάποιους ἐνοχλητικοὺς ἢ γιὰ ν’ ἀποσπάσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων! Χωρὶς ἀγάπη δὲν ἔχουμε κανένα ὄφελος, ἀκόμη καὶ ἂν διαθέσουμε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μας, γιὰ νὰ θρέψουμε τοὺς πτωχούς. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄνθρωποι ποὺ θυσιάζουν τὸν ἑαυτό τους. Ἂν ὅμως ρίχνουν τὸ σῶμα τους στὴ φωτιὰ καὶ δὲν ἀγαποῦν, ἡ θυσία τους δὲν ώφελεῖ καθόλου. Στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος ἀναλύει τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι πρᾶγμα σύνθετο.
Ὅποιος ἀγαπᾶ ἔχει μακροθυμία. Ἔχει “μεγάλη καρδιά”, ὅπως λέμε. Ἔχει ὑπομονή. Συγχωρεῖ ὅλα τὰ πταίσματα τῶν ἄλλων καὶ τὰ βυθίζει μέσα στὸ πέλαγος τῆς δικῆς του ἀγάπης. Λησμονεῖ τὶς ἀδικίες, τὶς κακίες, τὶς συκοφαντίες τῶν ἄλλων. Μὲ γαλήνη καὶ πραότητα ἀγκαλιάζει ὅσους τοῦ φταῖνε. Καρτερεῖ, ὑπομένει, ἀνέχεται τὰ πάντα. Ἡ ἀγάπη ἔχει καλωσύνη. Μόνο τὸ καλὸ κάνει στοὺς ἄλλους.
Μία φορὰ θὰ περάσουμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὅποιο καλὸ μποροῦμε νὰ κάνουμε, ἂς τὸ κάνουμε τώρα. Ὅποιος ἀγαπᾶ, δὲν ζηλεύει. Ἡ ζήλεια εἶνα συναίσθημα ἄρρωστο. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ, πάντοτε ἐπιδιώκει τὸ καλὸ τοῦ ἄλλου.
Ὅποιος ἀγαπᾶ, χαίρεται γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ συνανθρώπου του. Λογαριάζει δική του τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἄλλου, ἀκόμη καὶ τοῦ ἐχθροῦ του. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ, δὲν καυχᾶται γιὰ τὸν ἑαυτό του˙ ἡ ὑπερηφάνεια δὲν τὸν φουσκώνει. Παραμένει ταπεινός. Ξεχνᾶ ὅ,τι καλὸ κάνει. Ἡ ταπεινοφροσύνη τὸν στολίζει. Γίνεται μιμητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ταπεινώθηκε καὶ ἀπὸ ὕψιστος Θεὸς ἔγινε ταπεινὸς ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸν κόσμο μας ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς φάτνης καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Σταυροῦ. Ὅποιος ἀγαπᾶ, δὲν κάνει τίποτε ἄσχημο. Ἔχει εὐγένεια στοὺς τρόπους του, στὴ συμπεριφορά του. Ὅποιος εἶναι πραγματικὰ εὐγενής, εἶναι ἀδύνατο νὰ κάνει κάποια πράξη ἄσχημη, κάποια ἀγένεια. Ἡ ἀγάπη δὲν ἀγαπᾶ τὸ κέρδος της. Δὲν ἐπιζητεῖ τὰ συμφέροντά της. Ὅλοι ἔχουμε δικαιώματα. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ἔλθει ὥρα, ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἀσκήσουμε τὸ μεγαλύτερο δικαίωμά μας: Νὰ παραχωρήσουμε τὰ δικαιώματά μας. Εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ θυσία, νὰ θυσιάζουμε τὰ δικαιώματά μας, νὰ μὴ κυνηγᾶμε τί δικαιούμαστε. Τὰ πράγματα δὲν εἶναι μεγάλα ἀπὸ μόνα τους. Τὸ πιὸ μεγάλο πρᾶγμα στὸν κόσμο εἶναι νὰ ἀγαπᾶμε χωρὶς νὰ κερδίζουμε τίποτε. Ὁ Κύριός μας δὲν εἶπε ὅτι ἡ εὐτυχία μας εἶναι μᾶλλον νὰ δίνουμε, παρὰ νὰ παίρνουμε;
Ὅποιος ἀγαπᾶ, εἶναι πρᾶος. Μὲ τὴν ἀγάπη του καταπραΰνει τὸν θυμό. Μὲ τὴν ὀργή μας πικραίνουμε τὴν ζωή, διαλύουμε κοινωνίες, καταστρέφουμε τὰ πάντα. Ὁ θυμὸς εἶναι σὰν τὶς φυσαλίδες, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ κάποιο σάπιο. Δείχνει ὅτι κάτι σάπιο ὑπάρχει μέσα μας, ποὺ πρέπει νὰ τὸ πετάξουμε καὶ ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’αὐτό. Ὅταν ὀργιζόμαστε, μοιάζουμε μὲ τὸν μεγαλύτερο ἀδελφὸ τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Μὲ τὴν ὀργή μας πόσους ἀσώτους καὶ μεῖς ἐμποδίζουμε νὰ γυρίσουν στὸν Θεό;
Ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει καχυποψία. Πάντα βλέπει τὴν καλὴ ὄψη τῶν πραγμάτων. Οὔτε κἂν σκέφτεται τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου. Σκέφτεται μόνο τὸ καλό του. Ἔχει καλὴ ἰδέα γιὰ τὸν συνάνθρωπο. Καὶ αὐτὴ ἡ καλὴ ἰδέα γιὰ τὸν ἄλλον τοῦ δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα γιὰ νὰ προχωρήσει. Ὅποιος ἀγαπᾶ, δὲν εἶναι χαιρέκακος. Ἀγαπᾶ τὴν ἀλήθεια. Παραδέχεται μόνον ὅ,τι εἶναι ἀληθινό, πραγματικό. Ἔχει τὴν εἰλικρινῆ διάθεση νὰ βλέπει τὰ πράγματα ὅπως εἶναι. Δὲν τὰ βλέπει ὅπως οἱ καχύποπτοι.
Ἡ ἀγάπη ὅλα τὰ σκεπάζει. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ, δὲν διαπομπεύει τὸν ἄλλο. Καλύπτει τὶς ἀδυναμίες του. Τοῦ ἔχει ἐμπιστοσύνη. Ἐλπίζει νὰ διορθωθεῖ, ἂν παρεκτραπεῖ. Ὑπομένει τὰ πάντα γιὰ χάρι τοῦ συνανθρώπου του. Ἡ ὑπομονὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ λείπει στὴν ἐποχή μας.
Ὅλα μποροῦν νὰ ξεπέσουν. Μόνον ἡ ἀγάπη δὲν ξεπέφτει. Εἶναι πάντα σίγουρη καὶ δυνατή. Εἶναι ἡ ἄσκηση στὴν ζωή μας, ἡ διαρκὴς ἐκγύμναση τοῦ ἑαυτοῦ μας μέσα στὸν κόσμο μας, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπέραντο γυμναστήριο τοῦ ἑαυτοῦ μας.
Ἂς ἀσκοῦμε, λοιπόν, πάντοτε τὴν ἀγάπη μας, μέσα σ’ ἕνα κόσμο, ποὺ λησμόνησε τὸ καθῆκον τῆς ἀγάπης, τῆς προσφορᾶς, ὅπως τὸ ἐφάρμοσαν οἱ δύο ἅγιοί μας, οἱ Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός.







