Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Όταν ο λόγος γίνεται βίωμα και πράξεις ζωής (του Κωνσταντίνου Μαυρίδη)

Όταν ο λόγος γίνεται βίωμα και πράξεις ζωής.
Η δύναμη της χριστιανικής αγάπης. Από τον λόγο στο βίωμα μέσα από την Αγία Γραφή και την πατερική διδασκαλία.
Η αγάπη αποτελεί την καρδιά του χριστιανικού Ευαγγελίου. Δεν είναι όμως μια αφηρημένη ιδέα ούτε ένα συναίσθημα που εμφανίζεται όταν οι συνθήκες της ζωής είναι ευνοϊκές. Στην ορθόδοξη εμπειρία η αγάπη αποτελεί καρπό της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό και ταυτόχρονα καθημερινή άσκηση. Γι’ αυτό και το Ευαγγέλιο δεν περιορίζεται στην προτροπή να αγαπούμε τους φίλους, τους οικείους και εκείνους που μας συμπεριφέρονται καλά. Μας οδηγεί στο δυσκολότερο σημείο: στην αντιμετώπιση εκείνου που μας αντιστρατεύεται.
Ο Χριστός ζητά από τον άνθρωπο να προσεύχεται ακόμη και για τον εχθρό του. Η εντολή αυτή βρίσκεται πέρα από τη συνηθισμένη ανθρώπινη λογική. Η φυσική αντίδραση απέναντι στην προσβολή είναι η άμυνα, απέναντι στην αδικία η ανταπόδοση και απέναντι στην εχθρότητα η απομάκρυνση ή η αντεπίθεση. Ο Χριστός, όμως, προτείνει έναν άλλο δρόμο: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» και «προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς».
Τι σημαίνει αυτό στην πραγματική ζωή;
Σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι ο χριστιανός καλείται να μην επιτρέψει στο κακό που υπέστη να γίνει κακό μέσα του. Μπορεί να έχει αδικηθεί, να έχει πληγωθεί, να έχει συκοφαντηθεί ή να έχει προδοθεί. Η Εκκλησία δεν του ζητά να προσποιηθεί ότι τίποτε δεν συνέβη. Του ζητά κάτι δυσκολότερο: να μην αφήσει την πληγή να κυριαρχήσει στην καρδιά του.
Η συγχώρεση, επομένως, δεν είναι άρνηση της αδικίας. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος εγκαταλείπει τη δικαιοσύνη ούτε ότι πρέπει να θεωρεί φυσιολογική μια άδικη συμπεριφορά. Η χριστιανική συγχώρεση αφορά πρωτίστως την απελευθέρωση της καρδιάς από το μίσος και την επιθυμία της ανταπόδοσης.
Ο άνθρωπος που συγχωρεί δεν λέει ότι το κακό δεν υπήρξε. Λέει ότι το κακό δεν θα αποκτήσει δικαίωμα να καθορίσει ποιος θα γίνει ο ίδιος.
Αυτό βλέπουμε με τρόπο συγκλονιστικό στον πρωτομάρτυρα Στέφανο. Τη στιγμή που δέχεται τις πέτρες εκείνων που τον καταδιώκουν, δεν στρέφεται εναντίον τους. Η τελευταία του στάση είναι προσευχητική: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Η πίστη του δεν δοκιμάζεται σε μια ήρεμη στιγμή, αλλά στην ώρα της βίας.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η διαφορά ανάμεσα στη γνώση της πίστης και στη βίωσή της.
Είναι εύκολο να μιλά κανείς για την αγάπη όταν δεν έχει πληγωθεί. Είναι πολύ δυσκολότερο να διατηρεί την αγάπη όταν έχει απέναντί του έναν άνθρωπο που τον έχει αδικήσει. Εκεί φαίνεται αν ο λόγος του Ευαγγελίου έχει γίνει πραγματικότητα μέσα στην ψυχή.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αντιμετωπίζει την αγάπη όχι ως ένα επιμέρους κεφάλαιο της πνευματικής ζωής, αλλά ως θεμελιώδη έκφραση της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Στα Κεφάλαια περί αγάπης υπογραμμίζει ότι ο χριστιανός δεν μπορεί να καλλιεργεί σχέση με τον Θεό και ταυτόχρονα να αφήνει μέσα του το μίσος για τον συνάνθρωπο. Η αγάπη προς τον Θεό δοκιμάζεται στη σχέση με τον άνθρωπο.
Αυτό έχει τεράστια σημασία για την πνευματική ζωή. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τις εντολές. Χρειάζεται να επιτρέπουμε στις εντολές να διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε.
Ο ίδιος Πατέρας αναγνωρίζει, βέβαια, την απόσταση ανάμεσα στη γνώση και στην πράξη. Η παρατήρησή του ότι πολλοί γνωρίζουν τον λόγο του Θεού, αλλά λίγοι τον εφαρμόζουν, αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση ότι η χριστιανική ζωή δεν εξαντλείται στη θεωρητική αποδοχή της αλήθειας.
Εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας. Μπορεί κάποιος να γνωρίζει ύμνους, προσευχές, θεολογικούς όρους και πατερικά κείμενα, αλλά να δυσκολεύεται να πει μια καλή κουβέντα για εκείνον που τον έχει προσβάλει. Μπορεί να μιλά για συγχώρεση και να διατηρεί μέσα του παλιές αντιπαλότητες. Μπορεί να υπερασπίζεται την αλήθεια με τρόπο που τελικά πληγώνει τον άνθρωπο.
Η πατερική παράδοση δεν αντιμετωπίζει αυτή την αντίφαση με επιφανειακές λύσεις. Την αντιμετωπίζει ως πνευματικό αγώνα.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος περιγράφει την προχωρημένη πνευματική κατάσταση ως διεύρυνση της καρδιάς. Ο άνθρωπος που προσεγγίζει τον Θεό δεν γίνεται σκληρότερος απέναντι στους άλλους· γίνεται περισσότερο εύσπλαχνος. Η σχέση με τη θεία αγάπη μεταβάλλει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο και τους ανθρώπους.
Γι’ αυτό η προσευχή για τον εχθρό έχει ιδιαίτερη σημασία. Όταν προσεύχομαι για κάποιον που με έχει πληγώσει, δεν ζητώ απαραιτήτως να αλλάξει πρώτα εκείνος. Ζητώ να αλλάξει κάτι μέσα μου. Να μην κυριαρχήσει η εμπάθεια. Να μη γίνει η προσβολή μόνιμη εσωτερική παρουσία. Να μη μεταφέρω τον δικό μου πόνο σε άλλους ανθρώπους.
Ο Άγιος Μάξιμος συνδέει μάλιστα την προσευχή για εκείνον που μας έχει συκοφαντήσει με την πνευματική προστασία του ίδιου του ανθρώπου που προσεύχεται. Η προσευχή γίνεται έτσι όχι μόνο πράξη αγάπης προς τον άλλον, αλλά και τρόπος θεραπείας της δικής μας ψυχής.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις δυσκολότερες αλήθειες της χριστιανικής ζωής: η συγχώρεση δεν έρχεται πάντοτε ως συναίσθημα. Μπορεί να αρχίσει ως απόφαση.
Ο άνθρωπος μπορεί να πει:
«Θεέ μου, ακόμη δεν μπορώ να αισθανθώ αγάπη γι’ αυτόν που με πλήγωσε. Δεν θέλω όμως να τον μισώ. Μη με αφήσεις να δηλητηριαστώ από αυτό που συνέβη. Δώσε μου δύναμη να προχωρήσω χωρίς να ζητώ την καταστροφή του».
Αυτή η προσευχή μπορεί να αποτελέσει την πρώτη κίνηση προς τη θεραπεία.
Η κορυφαία αποκάλυψη αυτής της αγάπης βρίσκεται στον Σταυρό. Ο Χριστός, ενώ υφίσταται την αδικία και τη βία, προσεύχεται για εκείνους που Τον σταυρώνουν: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν».
Ο Σταυρός φανερώνει ότι η θεϊκή αγάπη δεν εξαρτάται από την ανταπόκριση του άλλου. Δεν αγαπά ο Θεός επειδή ο άνθρωπος είναι πάντοτε άξιος της αγάπης Του. Η αγάπη Του προηγείται. Και αυτή ακριβώς την αγάπη καλείται ο χριστιανός να μιμηθεί, στον βαθμό που μπορεί, μέσα στην καθημερινότητά του.
Η αγάπη, λοιπόν, δεν είναι αδυναμία. Χρειάζεται δύναμη για να μη ανταποδώσεις την προσβολή. Χρειάζεται αυτοκυριαρχία για να μη μετατρέψεις τον θυμό σε εκδίκηση. Χρειάζεται πίστη για να αφήσεις τη δικαιοσύνη στον Θεό χωρίς να εγκαταλείψεις τη δική σου ευθύνη.
Ο Απόστολος Παύλος περιγράφει αυτή την ποιότητα ζωής με τα λόγια: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν».
Η αγάπη επομένως δεν είναι απλώς αυτό που αισθανόμαστε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να υπάρχουμε.
Και εδώ βρίσκεται η μετάβαση από τον λόγο στο βίωμα.
Η Εκκλησία δεν μας καλεί να γίνουμε άνθρωποι που απλώς μιλούν για την αγάπη. Μας καλεί να γίνουμε άνθρωποι στους οποίους η αγάπη αρχίζει να γίνεται ο τρόπος αντίδρασης, ο τρόπος σκέψης, ο τρόπος προσευχής.
Να μπορούμε να πούμε την αλήθεια χωρίς μίσος.
Να υπερασπιζόμαστε το δίκαιο χωρίς εκδίκηση.
Να αναγνωρίζουμε την αδικία χωρίς να επιτρέπουμε στην αδικία να κατοικήσει μέσα μας.
Να προσευχόμαστε ακόμη και όταν η καρδιά μας δυσκολεύεται.
Γιατί τελικά ο μεγαλύτερος θρίαμβος της χριστιανικής αγάπης δεν είναι να μην πληγωθεί ποτέ ο άνθρωπος. Είναι να πληγωθεί και, παρ’ όλα αυτά, να μη χάσει την ικανότητά του να αγαπά.
Να δεχθεί τον πόνο χωρίς να τον μεταδώσει.
Να αντιμετωπίσει την εχθρότητα χωρίς να γίνει ο ίδιος εχθρικός.
Να σταθεί απέναντι στην αδικία χωρίς να επιτρέψει στην καρδιά του να γίνει σκληρή.
Αυτό είναι το δύσκολο μάθημα του Ευαγγελίου και ταυτόχρονα το μεγάλο του θαύμα.
Η χριστιανική αγάπη αρχίζει όταν ο άνθρωπος σταματά να μετρά συνεχώς τι του οφείλουν οι άλλοι και αρχίζει να αναρωτιέται τι μπορεί ο ίδιος να προσφέρει.
Αρχίζει όταν η προσευχή δεν αφορά μόνο τους αγαπημένους μας, αλλά και εκείνους με τους οποίους έχουμε πληγωμένες σχέσεις.
Και ολοκληρώνεται όταν ο λόγος του Χριστού παύει να ακούγεται ως μια υψηλή, αλλά δύσκολη ιδέα και γίνεται τρόπος ζωής.
Τότε η πίστη δεν βρίσκεται μόνο στα χείλη.
Έχει περάσει στην καρδιά.
Και από την καρδιά περνά στην πράξη.

 

του Κωνσταντίνου Μαυρίδη