Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Όταν η ευχή για περαστικά ανεβαίνει στους ουρανούς (του Κωνσταντίνου Μαυρίδη)

Όταν η ευχή για περαστικά ανεβαίνει στους ουρανούς.

Πότε άραγε μια ευχή για «περαστικά» και «καλή ανάρρωση» μπορεί να φτάσει μέχρι τους ουρανούς;

Πότε τα λόγια που ψιθυρίζει ένας άνθρωπος για έναν άλλον άνθρωπο παύουν να είναι ένας απλός κοινωνικός τύπος ευγένειας και γίνονται προσευχή; Πότε η φράση που λέμε σχεδόν μηχανικά, «να γίνεις γρήγορα καλά», αποκτά εκείνη την εσωτερική δύναμη που δεν εξαντλείται στα ανθρώπινα λόγια, αλλά ανεβαίνει προς Εκείνον που γνωρίζει τον πόνο πριν ακόμη τον εκφράσουμε;

Ίσως τότε που η ευχή βγαίνει από την καρδιά.

Γιατί υπάρχουν λόγια που λέγονται και χάνονται. Λόγια που ταξιδεύουν για λίγα μέτρα και ύστερα σβήνουν μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας. Υπάρχουν όμως και λόγια που δεν χάνονται. Λόγια που, επειδή γεννήθηκαν από την αγάπη, αποκτούν έναν διαφορετικό προορισμό. Δεν απευθύνονται μόνο στον άνθρωπο που νοσεί. Απευθύνονται και στον Θεό.

«Περαστικά».

Δύο λέξεις μικρές. Και όμως, μέσα τους μπορεί να χωρέσει ένας ολόκληρος κόσμος.

Μπορεί να χωρέσει η αγωνία μιας μάνας για το παιδί της. Η σιωπηλή προσευχή ενός συζύγου για τον άνθρωπό του. Η αγωνία ενός φίλου που δεν ξέρει τι άλλο να κάνει και γι’ αυτό προσεύχεται. Η συγκίνηση κάποιου που στέκεται έξω από μια πόρτα νοσοκομείου και περιμένει. Η ελπίδα εκείνου που κοιτάζει ένα τηλέφωνο και περιμένει να ακούσει: «Είναι καλύτερα».

Και τότε η ευχή γίνεται κάτι περισσότερο από ευχή.

Γίνεται προσευχή.

Ο άνθρωπος, μπροστά στην ασθένεια, ανακαλύπτει τα όρια της δύναμής του. Όσο κι αν προοδεύει η επιστήμη, όσο κι αν διαθέτει μέσα, γνώσεις και τεχνολογία, υπάρχει πάντοτε μια στιγμή κατά την οποία αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι κύριος των πάντων. Υπάρχει ένα όριο ανάμεσα σε εκείνο που μπορεί να κάνει και σε εκείνο που μπορεί μόνο να παραδώσει στα χέρια του Θεού.

Και εκεί, στο όριο αυτό, γεννιέται η προσευχή.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία από τους πρώτους αιώνες της ζωής της δεν αντιμετώπισε τον ασθενή μόνο ως έναν άνθρωπο που χρειάζεται θεραπεία του σώματος, αλλά ως ολόκληρο τον άνθρωπο που χρειάζεται στήριξη, παρηγοριά, ελπίδα και κοινωνία με τον Θεό.

Ο Χριστός δεν στάθηκε ποτέ αδιάφορος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.

Στάθηκε δίπλα στον τυφλό, στον λεπρό, στον παραλυτικό, στη γυναίκα που αιμορραγούσε, στον άνθρωπο που έφερε το παιδί του μπροστά Του. Και κάθε φορά η θεϊκή παρουσία δεν ήταν μια αφηρημένη ιδέα. Ήταν παρουσία πραγματική, προσωπική, γεμάτη συμπόνια.

«Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;»

Η ερώτηση του Χριστού προς τον παράλυτο δεν είναι απλώς ερώτηση για τη σωματική θεραπεία. Είναι μια ερώτηση που φτάνει βαθύτερα. Αγγίζει τον ίδιο τον άνθρωπο, την επιθυμία του, την ελπίδα του, την προσμονή του.

Γιατί ο άνθρωπος δεν αρρωσταίνει μόνο στο σώμα.

Κάποιες φορές αρρωσταίνει και η ελπίδα του.

Και τότε χρειάζεται κάποιον να προσευχηθεί γι’ αυτόν.

Ίσως γι’ αυτό οι ευχές των ανθρώπων έχουν τόση δύναμη. Όχι επειδή οι λέξεις διαθέτουν κάποια μαγική ιδιότητα, αλλά επειδή πίσω από τις λέξεις βρίσκεται η αγάπη. Και η αγάπη, όταν γίνεται προσευχή, μεταμορφώνει την ανθρώπινη αδυναμία σε εμπιστοσύνη προς τον Θεό.

Η αληθινή ευχή δεν είναι απαίτηση προς τον Θεό.

Είναι παράδοση.

«Θεέ μου, κάνε τον καλά».

Αλλά και:

«Θεέ μου, στάσου δίπλα του».

Και ίσως ακόμη βαθύτερα:

«Θεέ μου, ό,τι κι αν συμβεί, μη τον αφήσεις μόνο».

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο μεγάλο μυστήριο της προσευχής.

Γιατί εμείς ζητούμε συνήθως από τον Θεό να αλλάξει τις περιστάσεις. Ο Θεός όμως πολλές φορές αρχίζει αλλάζοντας την καρδιά εκείνου που προσεύχεται. Μας μαθαίνει να περιμένουμε. Να αντέχουμε. Να ελπίζουμε. Να εμπιστευόμαστε.

Η προσευχή δεν είναι ένας τρόπος να υποχρεώσουμε τον Θεό να κάνει αυτό που θέλουμε. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του και την τοποθετεί ενώπιον του Θεού.

Γι’ αυτό και η ευχή δεν χρειάζεται να διασχίσει τα σύννεφα για να φτάσει στον ουρανό.

Ο ουρανός δεν είναι ένας γεωγραφικός τόπος κάπου ψηλά.

Ο ουρανός είναι η παρουσία του Θεού.

Και ο Θεός δεν βρίσκεται μακριά από τον άνθρωπο που υποφέρει.

Βρίσκεται εκεί.

Στο δωμάτιο του νοσοκομείου.

Στο κρεβάτι του ασθενούς.

Στο βλέμμα του ανθρώπου που φοβάται.

Στο χέρι εκείνου που κρατά το χέρι του αγαπημένου του.

Στη σιωπή εκείνου που δεν βρίσκει λόγια και απλώς λέει:

«Θεέ μου, βοήθησέ τον».

Αυτή ίσως είναι η πιο καθαρή προσευχή.

Χωρίς ρητορική. Χωρίς μεγάλες λέξεις. Χωρίς θεολογικές διατυπώσεις.

Μόνο μια καρδιά που πονά για μια άλλη καρδιά.

Και ίσως τότε η ευχή να ανεβαίνει πραγματικά στους ουρανούς.

Όχι επειδή έχει φτερά.

Αλλά επειδή έχει αγάπη.

Κάθε άνθρωπος που προσεύχεται για έναν ασθενή γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, συνοδοιπόρος του. Δεν μπορεί να πάρει τον πόνο του. Δεν μπορεί να μπει στη θέση του. Μπορεί όμως να σταθεί δίπλα του και να πει στον Θεό το όνομά του.

Και το όνομα του ανθρώπου μέσα στην προσευχή έχει ιδιαίτερη σημασία.

Γιατί ο Θεός δεν σώζει μια απρόσωπη ανθρωπότητα. Γνωρίζει πρόσωπα. Γνωρίζει ονόματα. Γνωρίζει δάκρυα. Γνωρίζει φόβους που κανείς άλλος δεν γνωρίζει.

Όταν λοιπόν κάποιος λέει:

«Κύριε, βοήθησε τον Νίκο».

«Κύριε, κάνε καλά τη Μαρία».

«Κύριε, στάσου δίπλα στον πατέρα μου».

δεν μεταφέρει στον Θεό μια άγνωστη πληροφορία.

Του παραδίδει έναν άνθρωπο.

Και αυτή η παράδοση είναι πράξη πίστης.

Ίσως γι’ αυτό κάποιες ευχές τις θυμόμαστε για πάντα. Δεν θυμόμαστε πάντοτε τι μας είπαν οι άνθρωποι όταν αρρωστήσαμε. Θυμόμαστε όμως ποιος στάθηκε κοντά μας. Ποιος τηλεφώνησε. Ποιος πέρασε από το νοσοκομείο. Ποιος άναψε ένα κερί. Ποιος είπε το όνομά μας στην προσευχή του.

Γιατί η αγάπη δεν είναι πάντοτε θορυβώδης.

Μερικές φορές είναι μια ψιθυριστή προσευχή.

Ένα κερί.

Ένας σταυρός.

Ένα «Κύριε ελέησον».

Ένα «Παναγία μου, βοήθησέ τον».

Ένα «Θεέ μου, κάνε τον καλά».

Και τότε τα σύννεφα δεν είναι πλέον εμπόδιο.

Γιατί η προσευχή δεν ανεβαίνει στον Θεό όπως ανεβαίνει ο καπνός στον ουρανό. Δεν χρειάζεται να διασχίσει αποστάσεις. Η προσευχή συναντά τον Θεό εκεί όπου ο Θεός ήδη βρίσκεται: μέσα στην ανθρώπινη ζωή, μέσα στην αγωνία, μέσα στην ελπίδα, μέσα στην ασθένεια, μέσα στην αναμονή.

Και ίσως το μεγαλύτερο θαύμα της ευχής να μην είναι πάντοτε ότι ο άνθρωπος θεραπεύεται αμέσως.

Μπορεί να είναι ότι, μέσα στην αρρώστια, δεν αισθάνεται μόνος.

Μπορεί να είναι ότι εκείνος που φοβάται βρίσκει δύναμη.

Εκείνος που απελπίζεται βρίσκει ελπίδα.

Εκείνος που κλαίει βρίσκει έναν ώμο.

Και εκείνος που προσεύχεται ανακαλύπτει ότι η αγάπη του μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα στη γη και στον ουρανό.

Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα πούμε σε έναν άνθρωπο «περαστικά», ας μην το πούμε βιαστικά.

Ας το πούμε σαν μικρή προσευχή.

Ας αφήσουμε μέσα στις δύο αυτές λέξεις λίγο από την καρδιά μας.

Γιατί μπορεί ο άλλος να ακούσει μόνο «περαστικά».

Ο Θεός όμως μπορεί να ακούσει ολόκληρη την προσευχή που κρύβεται πίσω από αυτή τη λέξη.

Και τότε η ευχή δεν θα έχει χαθεί στα σύννεφα.

Θα έχει φτάσει εκεί όπου πρέπει.

Στον Θεό.
Εκεί όπου καμία ανθρώπινη φωνή που γεννήθηκε από αγάπη δεν είναι πραγματικά χαμένη.

 

 

Όταν η ευχή για περαστικά ανεβαίνει στους ουρανούς (του Κωνσταντίνου Μαυρίδη)