Η δύναμη της χριστιανικής αγάπης – Από τον λόγο στο βίωμα (του Κωνσταντίνου Μαυρίδη)
Η δύναμη της χριστιανικής αγάπης – Από τον λόγο στο βίωμα μέσα από την Αγία Γραφή και την πατερική διδασκαλία.
Η χριστιανική πίστη δεν είναι απλώς ένα σύστημα ηθικών κανόνων ούτε ένα σύνολο υψηλών ιδεών περί αγάπης, συγχώρεσης και ειρήνης. Είναι ένας τρόπος υπάρξεως. Είναι η πρόσκληση του ανθρώπου να εξέλθει από το «εγώ» του και να εισέλθει στη ζωή της αγάπης του Θεού. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο και ταυτόχρονα το πιο συγκλονιστικό σημείο του Ευαγγελίου: η εντολή να αγαπούμε όχι μόνο εκείνους που μας αγαπούν, αλλά ακόμη και εκείνους που μας εχθρεύονται.
Ο Χριστός λέγει: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς». Πρόκειται για έναν λόγο που υπερβαίνει τη φυσική δυνατότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος εύκολα αγαπά εκείνον που τον αγαπά, ανταποδίδει την καλοσύνη και δημιουργεί σχέσεις αμοιβαιότητας. Το Ευαγγέλιο, όμως, ζητά κάτι πολύ περισσότερο: να σπάσει ο κύκλος της ανταπόδοσης.
Τι σημαίνει, λοιπόν, να προσεύχεσαι για εκείνον που σε πλήγωσε; Πώς είναι δυνατόν να σταθείς ενώπιον του Θεού και να πεις: «Κύριε, ελέησον και αυτόν που με αδίκησε»;
Εδώ ακριβώς αρχίζει η αληθινή άσκηση της χριστιανικής ζωής.
Η προσευχή για τον εχθρό δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε την αδικία. Δεν σημαίνει ότι αποκαλούμε το κακό καλό ή ότι παραιτούμαστε από τη δικαιοσύνη. Σημαίνει κάτι βαθύτερο: ότι αρνούμαστε να επιτρέψουμε στην αδικία που δεχθήκαμε να μεταμορφώσει και εμάς σε φορείς αδικίας. Ο άλλος μπορεί να μας λιθοβολεί με τα λόγια, με τις πράξεις ή με την αδιαφορία του. Εμείς, όμως, καλούμαστε να μη σηκώσουμε την ίδια πέτρα.
Αυτό ακριβώς βλέπουμε στο πρόσωπο του αγίου πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Την ώρα που λιθοβολείται, δεν ζητά εκδίκηση. Αντίθετα, προσεύχεται: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Εδώ η χριστιανική αγάπη φθάνει στο ύψος της. Δεν είναι πλέον θεωρία. Είναι αίμα, πόνος και προσευχή.
Ο Στέφανος δεν μιλά για την αγάπη· γίνεται αγάπη μέσα στην ώρα του μαρτυρίου.
Και αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο της πνευματικής ζωής: ο λόγος να γίνει βίωμα.
Υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος ο άνθρωπος να μιλά πολύ για τον Θεό χωρίς να έχει αφήσει τον Θεό να αλλάξει την καρδιά του. Να μιλά για συγχώρεση και να μη συγχωρεί. Να μιλά για ταπείνωση και να καλλιεργεί την υπερηφάνεια. Να μιλά για αγάπη και να διατηρεί μέσα του την εμπάθεια. Τότε η πίστη κινδυνεύει να μετατραπεί σε εξωτερικό σχήμα, σε λόγο χωρίς ζωή.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της προειδοποίησης του Χριστού απέναντι στον φαρισαϊσμό. Ο φαρισαϊσμός δεν είναι απλώς η υποκρισία κάποιων ανθρώπων μιας άλλης εποχής. Είναι ένας διαρκής πειρασμός της ανθρώπινης καρδιάς: να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την εικόνα της ευσέβειας παρά για την αλήθεια της μεταμορφώσεως.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος κινείται σε αυτή ακριβώς τη λογική όταν μιλά για την καρδιά που αποκτά ευσπλαχνία για ολόκληρη τη δημιουργία. Η πνευματική ωρίμανση δεν μετριέται από το πόσα γνωρίζει κάποιος περί Θεού, αλλά από το πόσο η γνώση αυτή γίνεται αγάπη.
Γιατί μπορεί κάποιος να γνωρίζει την Αγία Γραφή και να μη γνωρίζει το πνεύμα της. Μπορεί να γνωρίζει τους Πατέρες και να μην έχει αποκτήσει πατερικό ήθος. Μπορεί να μιλά για τον Χριστό και ταυτόχρονα να αδυνατεί να συγχωρήσει έναν άνθρωπο.
Ο Απόστολος Παύλος τοποθετεί την αγάπη στο κέντρο ολόκληρης της χριστιανικής υπάρξεως: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν». Η αγάπη, επομένως, δεν είναι συναίσθημα. Είναι άσκηση, επιλογή και τρόπος υπάρξεως.
Και ίσως η πιο δύσκολη μορφή αυτής της άσκησης είναι η προσευχή για «τους μισούντας ημών».
Όταν λέμε αυτή τη φράση στην εκκλησιαστική προσευχή, δεν πρέπει να την αφήνουμε να περνά μηχανικά από τα χείλη μας. Είναι ένα πνευματικό κάλεσμα. Μας καλεί να εξετάσουμε την καρδιά μας. Υπάρχει κάποιος που δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε; Υπάρχει κάποιος για τον οποίο δεν μπορούμε ακόμη να ζητήσουμε το έλεος του Θεού;
Ίσως τότε η προσευχή μας να πρέπει να αρχίσει από κάτι πολύ απλό και πολύ αληθινό: «Κύριε, δεν μπορώ ακόμη να τον αγαπήσω. Δώσε μου όμως τη δύναμη να μη τον μισώ. Θεράπευσε πρώτα τη δική μου καρδιά».
Αυτή είναι η αρχή της συγχώρεσης.
Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό δεν καταράστηκε εκείνους που Τον σταύρωναν. Προσευχήθηκε: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν». Και εδώ αποκαλύπτεται το ύψιστο μέτρο της χριστιανικής αγάπης: ο Σταυρός γίνεται προσευχή υπέρ εκείνων που προκαλούν τον πόνο.
Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Από τον λόγο στο βίωμα. Από τη γνώση στην εμπειρία. Από την εξωτερική ευσέβεια στη μεταμόρφωση της καρδιάς.
Ο χριστιανός δεν καλείται να αποδείξει ότι είναι καλύτερος από τον άλλον. Καλείται να γίνει διαφορετικός από τον παλαιό εαυτό του.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο θαύμα της χριστιανικής αγάπης: να μπορεί ο άνθρωπος, ενώ δέχεται πέτρες, να μη γίνει πέτρα η καρδιά του. Να μπορεί να πληγώνεται χωρίς να μισεί, να αδικείται χωρίς να εκδικείται και να προσεύχεται ακόμη και για εκείνον που τον σταυρώνει.
Γιατί τότε ο λόγος του Ευαγγελίου παύει να είναι απλώς λόγος.
Γίνεται ζωή.

του Κωνσταντίνου Μαυρίδη









