Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Μπορούμε να αγαπιόμαστε και να χρειαζόμαστε χρόνο χωριστά (γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας)

Μπορούμε να αγαπιόμαστε και να χρειαζόμαστε χρόνο χωριστά. Στην αρχή μιας σχέσης είναι πολύ συνηθισμένο να θέλουμε να περνάμε όσο περισσότερο χρόνο γίνεται μαζί. Αναζητούμε ευκαιρίες να συναντηθούμε, μιλάμε στο τηλέφωνο όταν δεν βρισκόμαστε και μπορεί να αφήνουμε στην άκρη άλλες δραστηριότητες προκειμένου να κερδίσουμε λίγες ακόμη ώρες με τον άνθρωπο που μόλις μπήκε στη ζωή μας. Αυτή η έντονη ανάγκη για εγγύτητα είναι μέρος του έρωτα και της χαράς που φέρνει μια καινούργια σχέση. Με τον καιρό, όμως, η ζωή ξαναβρίσκει αναπόφευκτα έναν πιο φυσικό ρυθμό. Υπάρχει η δουλειά, οι φίλοι, τα προσωπικά ενδιαφέροντα, η οικογένεια και μαζί τους η ανάγκη του καθενός να έχει κάποιες στιγμές που ανήκουν μόνο στον ίδιο.

Κάπου εδώ μπορεί να εμφανιστεί μια μικρή παρεξήγηση.Αν ο σύντροφός μου θέλει να περάσει ένα βράδυ με τους φίλους του, σημαίνει ότι προτιμά εκείνους από εμένα; Αν θέλει να ταξιδέψει για λίγες ημέρες μόνος του ή να αφιερώσει χρόνο σε μια δραστηριότητα στην οποία εγώ δεν συμμετέχω, μήπως απομακρύνεται; Αν χρειάζεται κάποιες ώρες ησυχίας, γιατί δεν θέλει να τις περάσει μαζί μου;

Πίσω από τέτοιες σκέψεις υπάρχει συχνά μια πολύ ανθρώπινη ανάγκη: να αισθανόμαστε σημαντικοί για τον άνθρωπό μας. Η εγγύτητα μας καθησυχάζει, ενώ η απόσταση μπορεί, ιδιαίτερα όταν έχουμε βιώσει στο παρελθόν εγκατάλειψη ή ανασφάλεια, να ενεργοποιεί φόβους που δεν αφορούν αποκλειστικά αυτό που συμβαίνει σήμερα.

Μέσα σε μια σχέση, όμως, δύο άνθρωποι δεν παύουν να είναι δύο ξεχωριστές ζωές. Η συντροφικότητα δημιουργεί ένα κοινό «εμείς», αλλά αυτό το «εμείς» δεν χρειάζεται να καταπιεί τα δύο «εγώ» που το δημιούργησαν. Οι φιλίες που προϋπήρχαν, τα ενδιαφέροντα που δεν μοιραζόμαστε, οι προσωπικοί στόχοι, ακόμη και η ανάγκη να μείνουμε κάποιες φορές μόνοι, εξακολουθούν να αποτελούν κομμάτια της ταυτότητάς μας.

Μάλιστα, ο προσωπικός χώρος μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και για την ίδια τη σχέση. Όταν δύο άνθρωποι κάνουν τα πάντα μαζί, έχουν τις ίδιες παρέες, τις ίδιες δραστηριότητες και περνούν σχεδόν όλο τον διαθέσιμο χρόνο τους ο ένας δίπλα στον άλλον, κάποια στιγμή μπορεί να διαπιστώσουν ότι έχουν όλο και λιγότερα καινούργια πράγματα να φέρουν στη μεταξύ τους συνάντηση. Η προσωπική εμπειρία, αντίθετα, μας επιτρέπει να επιστρέφουμε στη σχέση έχοντας κάτι ακόμη να μοιραστούμε: μια ιστορία, μια σκέψη, έναν ενθουσιασμό που γεννήθηκε κάπου όπου ο άλλος δεν ήταν παρών.

Ακόμη και το να μας λείψει λίγο ο σύντροφός μας έχει τη δική του αξία. Στις μακροχρόνιες σχέσεις η παρουσία του άλλου γίνεται τόσο οικεία, ώστε εύκολα αρχίζουμε να τη θεωρούμε δεδομένη. Μια μικρή απόσταση μπορεί μερικές φορές να μας θυμίσει πόσο μας αρέσει να επιστρέφουμε ο ένας στον άλλον.

Φυσικά, ο προσωπικός χώρος δεν σημαίνει το ίδιο για όλους. Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται αρκετό χρόνο μόνοι τους για να ξεκουραστούν και άλλοι που αναζητούν περισσότερο την επαφή. Κάποιος μπορεί να αγαπά τις μεγάλες παρέες, ενώ ο σύντροφός του να προτιμά ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι. Αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν από μόνες τους πρόβλημα, χρειάζονται όμως συζήτηση, γιατί εύκολα ο καθένας ερμηνεύει τη συμπεριφορά του άλλου με βάση τις δικές του ανάγκες.Για εκείνον που χρειάζεται περισσότερο χώρο, η απομάκρυνση μπορεί να σημαίνει απλώς ξεκούραση. Για εκείνον που χρειάζεται περισσότερη εγγύτητα, η ίδια συμπεριφορά μπορεί να βιωθεί ως απόρριψη.

Η δυνατότητα να μιλήσουμε γι’ αυτή τη διαφορά χωρίς να προσπαθούμε να αποδείξουμε ποια ανάγκη είναι περισσότερο «φυσιολογική» μπορεί να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο τη βιώνουμε. Μπορούμε να αναζητήσουμε έναν ρυθμό στον οποίο ο ένας δεν θα αισθάνεται εγκλωβισμένος και ο άλλος εγκαταλελειμμένος, γνωρίζοντας ότι αυτός ο ρυθμός μπορεί να αλλάζει ανάλογα με τη φάση που περνά η σχέση.

Υπάρχει βέβαια και μια διαφορετική πλευρά που χρειάζεται να αναγνωρίζουμε. Μερικές φορές το αίτημα για «προσωπικό χώρο» μπορεί πράγματι να κρύβει απομάκρυνση. Όταν η κοινή ζωή αποφεύγεται συστηματικά, όταν κάθε διαθέσιμος χρόνος διοχετεύεται αλλού ή όταν η μοναχικότητα γίνεται τρόπος να μη συναντάμε τα δύσκολα ζητήματα της σχέσης, τότε ίσως αξίζει να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τι συμβαίνει ανάμεσά μας.

Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο τι γίνεται όταν επιστρέφουμε. Ο προσωπικός χρόνος που μας ανανεώνει συνήθως μας κάνει περισσότερο διαθέσιμους για επαφή. Η απόσταση που χρησιμοποιείται για να αποφύγουμε τη σχέση μάς πηγαίνει σταδιακά ακόμη πιο μακριά.

Σε μια ώριμη συντροφική σχέση, λοιπόν, η εγγύτητα και η αυτονομία δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό. Μπορούν να εναλλάσσονται, σαν μια φυσική κίνηση ανάμεσα στο πλησιάζω και στο απομακρύνομαι λίγο, γνωρίζοντας ότι υπάρχει ένας κοινός τόπος στον οποίο θέλω να επιστρέψω. Ίσως με τα χρόνια αυτό να γίνεται μία από τις πιο σημαντικές μορφές εμπιστοσύνης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους: να μπορούμε να αφήνουμε ο ένας τον άλλον να ανοίγεται προς τη δική του ζωή χωρίς να φοβόμαστε κάθε φορά ότι χάνεται η κοινή μας. Να υπάρχει χώρος να αναπνέουμε ξεχωριστά και ταυτόχρονα η επιθυμία να συναντιόμαστε ξανά.

Γιατί τελικά η εγγύτητα δεν μετριέται μόνο από το πόσο κοντά βρισκόμαστε. Φαίνεται και από το πόσο ελεύθερα μπορούμε να απομακρυνθούμε λίγο, παραμένοντας βέβαιοι ότι εξακολουθούμε να επιλέγουμε ο ένας τον άλλον.

Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας