Δεν ζητάμε καμία χάρη: ζητάμε ενεργειακή ισότητα για τον τόπο μας! (γράφει ο Ιωάννης Σεραφείμ)
Δεν ζητάμε καμία χάρη: ζητάμε ενεργειακή ισότητα για τον τόπο μας!
Όταν μια μελλοντική υποδομή γίνεται άλλοθι για να αποκλείονται οι κάτοικοι από την ενεργειακή αναβάθμιση, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι θέμα πολιτικής επιλογής.
Εδώ και χρόνια ζούμε το ίδιο σενάριο: οι νέοι φεύγουν, τα σχολεία αδειάζουν, οι ηλικιωμένοι μένουν όλο και περισσότερο μόνοι στα σπίτια τους. Η ερημοποίηση της υπαίθρου δεν είναι μια στατιστική που διαβάζουμε σε κάποια έκθεση. Είναι η καθημερινότητα του τόπου μας, το κλειστό μαγαζί στη γωνία, το σπίτι του γείτονα που έμεινε άδειο.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η ενεργειακή πολιτική δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής πολιτικής, περιφερειακής ανάπτυξης και τελικά πολιτικής επιλογής για το αν θέλουμε να κρατήσουμε ανθρώπους στον τόπο μας.
Σε αυτές τις δύσκολες εποχές, το πρόγραμμα που ανακοίνωσε η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, με στόχο τη θωράκιση των σπιτιών μας και το μηδενικό, ή σχεδόν μηδενικό, κόστος θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρισμού θα μπορούσε να αποτελέσει ανάσα. Ιδιαίτερα σε έναν γερασμένο πληθυσμό, που δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στο κόστος ενέργειας κάθε χειμώνα, δεν είναι πολυτέλεια αλλά ζήτημααξιοπρέπειας.
Κι όμως, ο οικισμός μας μένει εκτός.
Όχι επειδή τα σπίτια μας δεν έχουν ανάγκη, αλλάεπειδή η περιοχή μας προβλέπεται να συνδεθεί με δίκτυο υγροποιημένου φυσικού αερίου., θεωρείται εκ των προτέρων «καλυμμένος» και αποκλείεται από το πρόγραμμα , παρότι το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη φτάσει σε κανένα σπίτι. Στην πράξη, χάνουμε μια συγκεκριμένη και άμεση βοήθεια εξαιτίας μιας υποδομής που παραμένει, προς το παρόν, μόνο σε χαρτί.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της πολιτικής επιλογής της περιφερειακής αρχής.
Μια μελλοντική υποδομή αντιμετωπίζεται ως επαρκής λόγος για να αποκλειστεί σήμερα ο οικισμός μας από μια άμεση παρέμβαση, παρότι το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη φτάσει σε κανένα σπίτι. Έτσι, μια δυνατότητα που υπάρχει σήμερα θυσιάζεται στην εξαγγελία μιας υποδομής που δεν ξέρουμε πότε θα φτάσει στα σπίτια μας.
Η Περιφέρεια οφείλει να βασίζεται στην πραγματικότητα που βιώνουν οι συμπολίτες μας σήμερα και όχι σε υποσχέσεις για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Δεν μπορεί να μετατρέπει μια μελλοντική εξαγγελία σε σημερινό αποκλεισμό.
Δεν αμφισβητούμε την ανάγκη να υπάρχουν κριτήρια, ούτε ζητάμε να καταργηθούν. Ζητάμε κάτι πολύ πιο απλό: Να ανοίξει το πρόγραμμα και σε περιοχές σαν τη δική μας, με σαφείς όρους που θα αποτρέπουν την επικάλυψη πόρων, εφόσον και όταν το δίκτυο φυσικού αερίου λειτουργήσει πραγματικά..
Αυτό είναι απολύτως εφικτό ως πολιτική επιλογή. Γιατί μέχρι να έρθει το αέριο, η ανάγκη δεν είναι θεωρητική. Τα σπίτια μας χρειάζονται θέρμανση σήμερα. Οι συνταξιούχοι μας πληρώνουν λογαριασμούς σήμερα. Οι οικογένειες του τόπου μας αντιμετωπίζουν το ενεργειακό κόστος σήμερα.
Και ένας τόπος που χάνει συνεχώς ανθρώπους δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει.
Ας δούμε, όμως, και τη μεγαλύτερη εικόνα χώρις υπεκφυγές για την «ενεργειακή αυτονομία του τόπου μας».Το φυσικό αέριο, όσο κι αν παρουσιάζεται ως λύση, παραμένει μια ακόμη μορφή εξάρτησης. Εξαρτώμαστε από δίκτυα μεταφοράς, από τιμές που καθορίζονται αλλού, από προμηθευτές που δεν ελέγχουμε. Το ζητούμενο για τον τόπο μας δεν είναι να αλλάξουμε προμηθευτή ενέργειας αλλά να πάψουμε να εξαρτόμαστε απέναντι στους μεγάλους παίκτες και τα ολιγοπώλιαεντός και εκτός συνόρων..
Ενεργειακή αυτονομία σημαίνει φωτοβολταϊκά στη στέγη κάθε σπιτιού, σε συνδυασμό με σύστημα αποθήκευσης (μπαταρία), ώστε το ρεύμα που παράγουμε τη μέρα να το χρησιμοποιούμε και το βράδυ. Ένα σπίτι με φωτοβολταϊκά, μπαταρία και σωστή θερμομόνωση δεν χρειάζεται ούτε αέριο, ούτε πετρέλαιο, ούτε να ανησυχεί για την επόμενη αύξηση στο ρεύμα. Παράγει τη δική του ενέργεια και την ελέγχει η ίδια η οικογένεια, όχι κάποιος πάροχος. Αυτό ακριβώς είναι το πρόγραμμα που μας αποκλείει σήμερα και αυτό ακριβώς χάνουμε.
Η ίδια συζήτηση αφορά και την ηλεκτροκίνηση. Η μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έρχεται, είτε το θέλουμε είτε όχι, και για την ύπαιθρο όπου οι αποστάσεις είναι μεγάλες και το αυτοκίνητο δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Το ερώτημα δεν είναι αν θα οδηγούμε ηλεκτρικό, αλλά πού θα το φορτίζουμε. Ένα σπίτι με τη δική του ενεργειακή αυτονομία, με φωτοβολταϊκά και αποθήκευση, μπορεί να φορτίζει το αυτοκίνητο της οικογένειας μέσα στην αυλή του, με ενέργεια που παρήγαγε ο ίδιος, χωρίς επιπλέον κόστος στο ρεύμα και χωρίςνα περιμένουμε από το πότε και πού θα δημιουργηθεί ένας δημόσιος σταθμός φόρτισης. Θα έχει την υποδομή στον ίδιο του τον χώρο.
Αυτό είναι το μέλλον που πρέπει να σχεδιάσουμε για την ύπαιθρο και δεν έχουμε την πολυτέλεια να το αναβάλουμε.
Γιατί αν σήμερα χάσουμε το τρένο της ενεργειακής αναβάθμισης επειδή «κάποτε» θα έρθει το αέριο, αύριο θα βρεθούμε να χάνουμε και το τρένο της ηλεκτροκίνησης, για τον ίδιο ακριβώς λόγο: επειδή κάποιος αποφάσισε ότι μια υποδομή του παρελθόντος αξίζει περισσότερο από τη δική μας πραγματική ανεξαρτησία.
Όσοι αποφασίζουν σήμερα για εμάς έχουν ακόμη τη δυνατότητα να το δουν καλύτερα. Να ανοίξουν το πρόγραμμα και σε περιοχές σαν τη δική μας, με όρους και προϋποθέσεις που διασφαλίζουν τη σωστή χρήση των πόρων. Δεν ζητάμε χάρη, αλλά να μετρήσει και η δική μας ανάγκη το ίδιο με των υπολοίπων.
Ο τόπος μας άξιζε αυτή την ευκαιρία. Ας το πούμε δυνατά, όσο υπάρχει ακόμη χρόνος να αλλάξει κάτι.
γράφει: Ιωάννης Σεραφείμ









