“Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου” (γράφει ο Κωνσταντίνος Μαυρίδης)
“Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου”
Υπάρχουν στιγμές μέσα στη Θεία Λειτουργία που, αν παρατηρήσει κανείς με προσοχή, αποκαλύπτουν πολλά περισσότερα για τη σχέση μας με την Εκκλησία απ’ όσα ίσως θα θέλαμε να παραδεχθούμε. Μία από αυτές είναι η στιγμή κατά την οποία περνά ανάμεσα στους πιστούς ο εκκλησιαστικός δίσκος.
Άλλος προσφέρει διακριτικά. Άλλος βάζει το χέρι στην τσέπη χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλος κοιτάζει γύρω του, περιμένοντας να περάσει ο δίσκος. Κάποιος σκύβει το κεφάλι, προσποιούμενος ότι δεν τον αντιλαμβάνεται, ενώ κάποιος άλλος αισθάνεται αμηχανία επειδή εκείνη τη στιγμή δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει.
Και κάπου εδώ γεννιέται ένα παράδοξο.
Ο Χριστός μάς ζητά η ελεημοσύνη μας να γίνεται τόσο αθόρυβα, ώστε «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Το Ευαγγέλιο συνδέει την ελεημοσύνη με το κρυφό, με την πράξη που δεν γίνεται για να τη δουν οι άνθρωποι αλλά ενώπιον του Θεού.
Κι όμως, εμείς πολλές φορές μετατρέπουμε ακόμη και αυτή την απλή πράξη σε μια μικρή δημόσια δοκιμασία.
Ο άνθρωπος που προσφέρει δεν πρέπει να αισθάνεται ότι επιδεικνύει την ευσέβειά του. Και εκείνος που δεν προσφέρει δεν πρέπει να αισθάνεται ότι εκτίθεται ή ότι είναι λιγότερο πιστός. Η Εκκλησία δεν είναι χώρος οικονομικής αξιολόγησης των ανθρώπων. Δεν μετρά την πίστη με το ποσό που αφήνει κάποιος στον δίσκο.
Η προσφορά, όταν γίνεται με καθαρή καρδιά, είναι έκφραση ευγνωμοσύνης, αγάπης και συμμετοχής. Δεν είναι εισιτήριο για τη Θεία Λειτουργία ούτε τίμημα για τη χάρη του Θεού.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση.
Δεν είναι ντροπή να μην έχεις χρήματα. Ντροπή θα ήταν να έχεις χάσει την ευαισθησία σου απέναντι στον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα σου. Δεν είναι αμαρτία να μην μπορείς να προσφέρεις. Αμαρτία είναι να μετατρέπουμε την προσφορά σε επίδειξη ή να κρίνουμε τον άλλον επειδή δεν μπόρεσε να προσφέρει.
Ο ίδιος ο Χριστός, μιλώντας για την ελεημοσύνη, δεν ζητά το μεγάλο ποσό αλλά την καθαρότητα της προθέσεως. Η αξία της πράξης δεν βρίσκεται στην οικονομική της έκταση, αλλά στην αγάπη που την γεννά.
Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που εκείνη τη στιγμή δεν έχει να βάλει τίποτε στον δίσκο δεν χρειάζεται να κρύψει το πρόσωπό του. Δεν χρειάζεται να αισθανθεί ένοχος. Δεν χρειάζεται να αποφύγει το βλέμμα του διπλανού του. Μπορεί απλώς να σταθεί ενώπιον του Θεού με την προσευχή του.
Γιατί υπάρχει και μια άλλη μορφή ελεημοσύνης που δεν χωρά σε κέρματα και χαρτονομίσματα: ένα βλέμμα αγάπης, ένας λόγος παρηγοριάς, μια συγχώρηση, μια επίσκεψη σε έναν άρρωστο, ένα πιάτο φαγητό σε έναν άνθρωπο που πεινά, μια σιωπηλή προσευχή για εκείνον που υποφέρει.
Η Εκκλησία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι το πορτοφόλι του.
Ας μην κάνουμε, λοιπόν, τον εκκλησιαστικό δίσκο αφορμή για ντροπή. Ας τον βλέπουμε ως μια ευκαιρία ελεύθερης προσφοράς. Εκείνος που μπορεί, ας προσφέρει με χαρά και χωρίς επίδειξη. Εκείνος που δεν μπορεί, ας μην αισθανθεί μικρότερος. Και όλοι μαζί ας θυμόμαστε τον λόγο του Χριστού: η ελεημοσύνη που έχει αξία είναι εκείνη που γίνεται χωρίς θόρυβο, χωρίς προβολή και χωρίς απαίτηση ανταπόδοσης.
Γιατί στο τέλος της Θείας Λειτουργίας δεν θα μετρηθούν μπροστά στον Θεό τα χρήματα που βάλαμε στον δίσκο. Θα μετρηθεί η καρδιά με την οποία προσφέραμε.
Και ίσως τότε καταλάβουμε πραγματικά τι σημαίνει: «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Να προσφέρεις χωρίς να φαίνεσαι. Να βοηθάς χωρίς να περιμένεις χειροκρότημα. Και, κυρίως, να μη ντρέπεις ποτέ εκείνον που δεν μπόρεσε να προσφέρει.










