Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

“Ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς” (γράφει ο Κωνσταντίνος Μαυρίδης)

“Ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς” (γράφει ο Κωνσταντίνος Μαυρίδης)

Υπάρχουν λόγια του Χριστού που δεν τα ακούμε απλώς με τα αυτιά, αλλά καλούμαστε να τα αφήσουμε να κατέβουν βαθιά μέσα στην καρδιά μας. Ένα από αυτά είναι και ο λόγος Του: «ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Τι σημαίνει, όμως, αυτός ο «μισθός»; Είναι άραγε η ανταμοιβή για τις καλές μας πράξεις; Μπορεί ο άνθρωπος, μέσα από τον επίγειο βίο του, να εξασφαλίσει την ουράνια σωτηρία του; Και τι θέση έχει μέσα σε αυτή την πορεία η αγάπη, η ελεημοσύνη, η νηστεία, η προσευχή και η συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας;

Η Εκκλησία δεν μας παρουσιάζει τον Θεό ως έναν λογιστή που καταγράφει καλές και κακές πράξεις. Ο Θεός δεν μετρά απλώς πόσα δώσαμε, πόσες ημέρες νηστέψαμε ή πόσες φορές εκκλησιαστήκαμε. Κοιτάζει την καρδιά. Και μέσα στην καρδιά αναζητά την αγάπη.

Ο Μέγας Βασίλειος θέτει ένα ερώτημα που παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο: όταν έχουμε περισσότερα από όσα πραγματικά χρειαζόμαστε και ο αδελφός μας στερείται τα αναγκαία, μπορούμε να θεωρούμε ότι αυτά τα αγαθά είναι αποκλειστικά δικά μας; Στη σκέψη του μεγάλου Καππαδόκη, τα υλικά αγαθά δεν είναι απλώς προσωπική ιδιοκτησία αλλά ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη.

Κάποτε ο φτωχός δεν ζητά από εμάς μεγάλα πράγματα. Μπορεί να ζητά ένα πιάτο φαγητό. Ένα φάρμακο. Ένα ρούχο. Ένα σπίτι για λίγες ημέρες. Μπορεί, ακόμη περισσότερο, να ζητά κάτι που δεν αγοράζεται: να τον κοιτάξουμε στα μάτια και να του πούμε ότι δεν είναι μόνος.

Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της ελεημοσύνης.

Ο Χριστός δεν είπε απλώς ότι πρέπει να βοηθούμε τους ανθρώπους. Έκανε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ταύτισε τον εαυτό Του με τον άνθρωπο που υποφέρει: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε».

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επανέρχεται διαρκώς σε αυτή την αλήθεια. Ο φτωχός, για τον Χρυσόστομο, δεν είναι ένας ξένος που βρίσκεται έξω από τη δική μας ζωή. Είναι ο άνθρωπος μέσα στον οποίο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον Χριστό. Γι’ αυτό και η αδιαφορία απέναντι στον φτωχό δεν είναι απλώς έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας. Είναι τραυματισμός της ίδιας της σχέσης μας με τον Θεό.

Και τότε γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα: μπορεί η ελεημοσύνη να αντικαταστήσει τη νηστεία;

Η απάντηση της Εκκλησίας είναι όχι.

Αλλά ούτε και η νηστεία μπορεί να αντικαταστήσει την ελεημοσύνη.

Ο Μέγας Βασίλειος, μιλώντας για τη νηστεία, δεν την περιορίζει στην αποχή από συγκεκριμένες τροφές. Η πραγματική νηστεία, λέει ουσιαστικά η πατερική παράδοση, δεν είναι μόνο να μην τρώει κανείς κρέας, αλλά να μάθει να συγκρατεί τον θυμό, τη γλώσσα, την κατάκριση, την πλεονεξία και την αδικία.

Τι αξία έχει να μη φάω κρέας, αν «κατατρώγω» τον αδελφό μου με τα λόγια μου;

Τι αξία έχει να απέχω από ορισμένες τροφές, αν δεν μπορώ να απέχω από την κατάκριση;

Τι αξία έχει να γεμίζω το σπίτι μου με αγαθά, όταν δίπλα μου υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν έχει τα στοιχειώδη;

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα τοποθετούσε το ζήτημα ακόμη βαθύτερα: η νηστεία δεν έχει σκοπό να μας κάνει απλώς ανθρώπους που τρώνε λιγότερο, αλλά ανθρώπους που αγαπούν περισσότερο.

Αυτό είναι το ζητούμενο της πνευματικής ζωής.

Και εδώ συναντούμε και τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, ο οποίος μιλά με μοναδικό τρόπο για την καρδιά που έχει αποκτήσει έλεος. Για τον άνθρωπο που προχωρά πνευματικά, η καρδιά γίνεται τόσο ευαίσθητη, ώστε δεν μπορεί να αδιαφορήσει μπροστά στον πόνο οποιουδήποτε δημιουργήματος. Η πνευματική ωρίμανση δεν κάνει τον άνθρωπο σκληρό απέναντι στον κόσμο· τον κάνει περισσότερο συμπονετικό.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα ασφαλέστερα σημάδια ότι η πίστη μας δεν έμεινε στα λόγια.

Εάν προσευχόμαστε αλλά δεν συγχωρούμε, κάτι λείπει.

Εάν νηστεύουμε αλλά περιφρονούμε τον φτωχό, κάτι λείπει.

Εάν εκκλησιαζόμαστε αλλά αδιαφορούμε για τον άνθρωπο που υποφέρει, κάτι λείπει.

Εάν κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων αλλά δεν μπορούμε να κοινωνήσουμε τον πόνο του αδελφού μας, τότε πρέπει να ξαναδούμε τη σχέση μας με το μυστήριο της αγάπης.

Η μυστηριακή ζωή, άλλωστε, δεν είναι ένα θρησκευτικό καθήκον που εκπληρώνουμε για να «είμαστε εντάξει» απέναντι στον Θεό. Είναι κοινωνία ζωής με τον Χριστό. Και όσο περισσότερο κοινωνούμε τον Χριστό, τόσο περισσότερο καλούμαστε να γινόμαστε άνθρωποι της αγάπης.

Ο Απόστολος Παύλος το διατυπώνει με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου… ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι».

Μπορεί να δώσω όλη την περιουσία μου και όμως να μην έχω αγάπη.

Μπορεί να κάνω πολλές θρησκευτικές πράξεις και όμως η καρδιά μου να παραμένει κλειστή.

Μπορεί να γνωρίζω πολλά για τον Θεό και να μην έχω μάθει ακόμη να αγαπώ τον άνθρωπο.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικό νόημα του «μισθού» που υπόσχεται ο Χριστός. Δεν πρόκειται για μια υλική ανταμοιβή. Ούτε για μια συναλλαγή. Ο «μισθός» είναι η ίδια η κοινωνία με τον Θεό, η αιώνια ζωή, η είσοδος στην πραγματικότητα της Βασιλείας Του.

Ο επίγειος βίος μας, λοιπόν, δεν είναι ένα «εισιτήριο» που αγοράζουμε με καλές πράξεις. Είναι ο τόπος όπου μαθαίνουμε να αγαπάμε.

Κάθε άνθρωπος που συναντάμε γίνεται μια ευκαιρία.

Ο φτωχός γίνεται μια ευκαιρία να δείξουμε έλεος.

Ο άνθρωπος που μας πλήγωσε γίνεται μια ευκαιρία να συγχωρήσουμε.

Ο πεινασμένος γίνεται μια ευκαιρία να μοιραστούμε.

Ο μοναχικός γίνεται μια ευκαιρία να σταθούμε δίπλα του.

Και τελικά, ολόκληρη η ζωή γίνεται μια διαρκής απάντηση στο ερώτημα: τι κάναμε με την αγάπη που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός;

Ίσως, λοιπόν, ο ουρανός να μην αρχίζει μόνο μετά τον θάνατο. Ίσως αρχίζει από εδώ, κάθε φορά που η καρδιά μας γίνεται λίγο περισσότερο όμοια με την καρδιά του Χριστού.

Και τότε κατανοούμε βαθύτερα τον λόγο: «ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Δεν σωζόμαστε επειδή κάναμε πολλές καλές πράξεις. Σωζόμαστε από τη χάρη του Θεού, στην οποία καλούμαστε να ανταποκριθούμε με πίστη, μετάνοια και αγάπη.

Και η αγάπη αυτή έχει ένα πολύ συγκεκριμένο πρόσωπο: τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας.

Γιατί, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Χριστός, όταν σκύβουμε πάνω στον «ελάχιστο» αδελφό, μπορεί να νομίζουμε ότι συναντούμε έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη από εμάς. Στην πραγματικότητα, εκείνος γίνεται για εμάς η ευκαιρία να συναντήσουμε τον ίδιο τον Χριστό.

Και ίσως αυτός να είναι ο μεγαλύτερος «μισθός» της επίγειας ζωής: να φύγει κάποτε ο άνθρωπος από αυτή τη ζωή έχοντας μάθει να αγαπά. Να έχει αφήσει πίσω του όχι μόνο πράξεις, αλλά ανθρώπους που ένιωσαν ότι δεν ήταν μόνοι.

Γιατί τελικά, ο δρόμος προς τον ουρανό δεν περνά πάνω από τον άνθρωπο που υποφέρει.

Περνά μέσα από αυτόν.

Κωνσταντίνος Μαυρίδης