Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΚΥΜΑ ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΚΥΜΑ ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ δυνατ τν παιδικν μου χρόνων συνδέεται μ τπικ ποίημα Ο ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ τοριστοτέλη Βαλαωρίτη. μασταν στξέχαστο Δημοτικ το Μικροβάλτου κόμη, κα μάννα μς τπήγγελνε λο π’ ξω! Στν ργαλειό, στ τσικρίκι, στ πλέξιμο, στ γνέσιμο, στδιασμα, ταν περνούσαμε τ στημόνι π’ τγκδες πισάντι στ μιτάργια κα στ χτένι, ταν κρατούσαμε τλτσίδγια γι τ κουβάργιασμα… Θυμται μως κόμη κα σήμερα ρκετος στίχους του, πο Θεο θέλοντος, περπατάει τνενντα κμαα της χρόνια! πέροχη Μάννα! Κα τ λεβέντικη ποίησι διδασκόταν τότε σ κενο τ φτωχ παρελθν! Μετπ κάποιο διάστημα τ λέγαμε κι μες μαζί της. Καθς τ ξεκινοσε ταν φορς πο δάκρυζε κιόλας! Μαζί της κι μες. Εχαμε μπ στν πόνο κα στ δάκρυ ποξέφραζε τ Κμα γι τ μάχη αώνων πέναντι στν «ρδαλωμένο λίθο» (=γεμτο μκαθαρσίες λέει προφήτης Ζαχαρίας).

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ προσωποποιε τ Βράχο κα τ Κμα. Μάλιστα τ βάζει σ σκληρνταγωνισμό. Βράχος-Κατακτητς κφράζει τν γέρωχη στάσι κα περιφρόνησί του πρς λους τος ραγιάδες του. Δν δίνει τν παραμικρξία σ κανέναν. «πάρχουν μόνο γι ν δροσίζουν τν φτέρνα του». φο μνα νεμα του πεφταν στ στιγμ  κεφάλια σπουδαα, χωρς ν δίνη λογαριασμό. Οτε κα στς «λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις», πο ξερόγλυφαν τς βρωμερς πατοσες του. Οτε κν κατάλαβε Βράχος, πότε τ σταγονίδια συνάχτηκαν, γιναν θάλασσα, πέλαγος, κεανς καλθε ρα καλ ν τ βάλουν μαζί του. Τ Σουλτανικ παλάτια θποροσαν, φολοι καλοπερνοσαν πως κα σήμερα(!) μαζ μ τ φρύαγμά τους, ταν μάθαιναν τν ξεσηκωμ ραγιάδων. Γιατ κα πρώτη κίνησι ταν ν σβύσουν τς ξεγέρσεις μ τ αμα τν περιοχν τν κινηματιν, μέχρι κα τν ξολοθρεμό τους π προσώπου γς. ν δν πεινοσε δηφάγος κρατικ μηχανή τους τν ποικίλη ρπαχτικ φορολογία σ χρμα, τρόφιμα κα παιδιά, σίγουρα θ τος σφαζαν θ τος ξισλάμιζαν λους.

ΟΜΩΣ μετπ 400 κα 500 χρόνια, λαμψε ΗΛΙΟΣ τς λευθερίας. Γιατ τκριβ ποθούμενο χρειάσθηκε χείμαρρος αματος, γι ν γίνη πραγματικότητα. Κανενς θυσία δν χάθηκε στ χρόνια τς σκλαβις, λλ προσετίθετο σ κάθε προηγούμενη κα δυνάμωνε τ ΚΥΜΑ. Ο θυσίες δν παψαν π τν πρώτη ρα ποπεσε Πόλι. τσι τ ΚΥΜΑ γινε ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ!

«Μέριασε, ΒΡΑΧΕ, ν διαβ! Τ ΚΥΜΑ νδρειωμένο

Λέγει στν πέτρα το γιαλο θολό, μελανιασμένο,

Μέριασε, μές στ στήθη μου, ποσαν νεκρ κα κρύα,

Μαρος βορεις φώλιασε κα μαύρη τρικυμία.

φρος δν χω γι’ ρματα, κούφια βο γι’ ντάρα

χω ποτάμι αματα, μ θέριεψε κατάρα

το κόσμου, πο βαρέθηκε, το κόσμου ποπε ΤΩΡΑ,

Βράχε, θ πέσης, φτασεν φοβερή σου ρα!

ταν ρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο

κα σγλυφα κα σπλενα τ πόδια δουλωμένο,

περήφανα μ’ κύτταζες κα φώναζες το κόσμου

νδ τν καταφρόνεση, πο πάθαινε φρός μου.

Κι ντς γ κρυφά, κρυφά, κε πο σ’ φιλοσα

μέρα κα νύχτα σ’ σκαφτα, τ σάρκα σου δαγκοσα

κα τν πληγ πο σνοιγα, τ λάκκο ποθε κάμω

μ φύκη τν πλάκωνα, τν κρυβα στν μμο.

Σκύψε νδς τ ρίζα σου στς θάλασσας τ βύθη,

Τ θέμελά σου τφαγα, σ’ καμα κουφολίθι.

Μέριασε, Βράχε, ν διαβ! Το δούλου τ ποδάρι

Θ σ πατήση στ λαιμό… ξύπνησα λιοντάρι…».

« Βράχος κοιμώτουνε. Στν καταχνι κρυμμένος,

ναίσθητος σο φαίνεται, νεκρς σαβανωμένος.

Το φώτιζαν τ μέτωπο, σχισμένο π ρυτίδες,

το φεγγαριο, ποταν χλωμό, μισόσβυσταις χτίδαις.

λόγυρά του νείρατα, κατάραις νεμίζουν

κα στν νεμοστρόβιλο φαντάσματα ρμενίζουν

καθς νεμοδέρνουνε κα φτεροθορυβονε

τ δυσωδία το νεκρο τρνια ν μυριστονε.

Τ μούγκρισμα το Κύματος, τν σπλαγχνη φοβέρα

χίλιαις φορας τν κουσεν Βράχος στν αθέρα

ν’ ντιβο τρομαχτικ χωρς κν ν ξυπνήση

κα σήμερ’ νατρίχιασε, λς ν λιγοψυχήση».

μα, τ θέλεις π μ κα τ μ φοβερίζεις;

Ποις εσαι σ κ’ τόλμησες, ντ ν μ δροσίζης,

ντ μ τ τραγούδι σου τν πνο μου ν εφραίνης,

κα μ τ κρα σου νερ τν φτέρνα μου ν πλένης,

μπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ φρος στεφανωμένο;

ποιος κι ν σαι, μάθε το, εκολα δν πεθαίνω.

-Βράχε, μ λέν’ κδίκηση. Μ’ πότισεν χρόνος

χολ κα καταφρόνεση. Μ’ νάθρεψεν πόνος.

μουνα δάκρυ μι φορά, κα τώρα, κύτταξέ με,

γινα θάλασσα πλατειά, πέσε προσκύνησέ με.

δ μέσα στ σπλάγχνα μου, βλέπεις δν χω φύκη,

σέρνω να σύγνεφο ψυχας, ρμι κα καταδίκη,

ξύπνησε τώρα, σ ζητον τοδη μου τ’ χνάρια…

Μ’ καμες ξυλοκρέββατο… Μ φόρτωσες Κουφάρια…

Σ ξένους μ’ ρριξες γιαλούς… Τ ψυχομάχημά μου

Τ περιγέλασαν πολλο κα τ πατήματά μου

Τ φαρμακέψανε κρυφ μ τν λεημοσύνη

Μέριασε, Βράχε, ν διαβ, πέρασε γαλήνη

Καταποτήρας εμ’ γώ,  σπονδος χθρός σου

                                   Γίγαντας στέκω μπρός σου!».

Βράχος βουβάθηκε. Τ Κμα στν ρμή του

καταπόντισε μ μις τ κούφιο τ κορμί του.

Χάνεται μέσ’ στν βυσσο, τρίβεται, σβυέται, λυώνει,

                                      Σν νταν π χιόνι.

πάνωθέ του βόγγιζε γι λίγο γριωμένη

θάλασσα κ’ κλείστηκε. Τώρα δν πομένει

στν τόπο ποταν τ στοιχει κανες παρ τ ΚΥΜΑ.

Πο παίζει ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΟ πάνω π τ μνμα!

φιερώνεται κα τ παρν στ λεβέντικο ΚΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΡΦΑΝΟΥ ΛΑΟΥ, ποντιδρ στ σχέδια τν σύγχρονων Σουλτάνων, πειτα π τς τόσες ληστρικς φορολογίες τους, γι ν λυγίση κα νρπάξουν εκολώτερα τνομα τς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ κα τγια τολληνα. μως ΛΑΟΣ γινε ΚΥΜΑ τέτοιο, πο μπορε ν σαρώση τνομα σχέδια τν ΒΡΑΧΩΝ κα ν τποδείξη κούφια κουφολίθια. Θεο θέλοντος τ ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ ΚΥΜΑ θ νικήση.

Πέτρου κα Παύλου

γίων ποστόλων2018

ρ.νι.μα.