Βάν’ τοὺ τηγάν’ στ’φουτχιὰ κι τσιὰρ δγυὸ αὐγά… (γράφει ο Αρχιμανδρίτης π. Νικηφόρος Μανάδης)
Βάν’ τοὺ τηγάν’ στ’φουτχιὰ κι τσιὰρ δγυὸ αὐγά… (γράφει ο Αρχιμανδρίτης π. Νικηφόρος Μανάδης).
Αὐτάϊας ἁπ’ γράφου ἰδῶϊας στοὺν θκόμας τοὺν Ἀντών’, π’τὰ λέου κι Χασιώτκα, τὰ στέλου κι στοὺν Δημήτρ’ σιἀπάν’ κα’ τ’Φλώρινα. Ἡ θκόζμας ἡ Τρανὸς τοὺν ἴλιγι Μήτρου ἀ κι τ’γναῖκατ’ Μήτρηνα, φόντας ἦταν σνΚουζιάν’! Εἶχι κι θκοίτ’ ἡ Τρανός μας Μήτρου κι Μήτρηνα. Παλιὰ λόϊα κι ἀγάπις κάνανκιρίσις!
Μὶ γράφ’ ἡ Δημήτρης: «Οἱ δικοί μας ἔλεγαν στὴ συμφωνία, Ἀκόμα καὶ πίτα νὰ ἔχη, νὰ ἔχη καὶ κουτάλι. Καὶ ρωτῶ τὸν πατέρα μου, Τὶ σημαίνει, ἂν ἔχη ἀκόμα καὶ πίτα, νὰ ἔχη καὶ κουτάλι; -Δηλαδή, νὰ ἔχη καὶ φαΐ μαγειρεμένο».
Αὐτὲς ἦταν οἱ σμφουνίις μὶ τςμαστόρ’ κι μὶ τςἀργάτις. Ὅμους δὲν τςκρατοῦσαν ὅλ’. Ἔτρουγαν πουλλὲς φουρὲς ψουμουτύρ’ κι χαζουκουσέρβις. Ἔρχουνταν ἡ μπαρμπαΜιχάλτς, κι ἴφιρνι μψὸ σακκὶ κουσέρβις ἀποὺ τὰ Λεύκαρα στοὺ πουτάμ’, ὅπ’ στχιοῦνταν … Ἔμ ἅμα ἔτρουγι ἀράδα παπάρα ξινόγαλου…
Ἰγὼ ὅμους πῆρα κιρὸν κι θυμήθκα κάτ’ παλιό. Ἔρχουνταν ἰτότις στοὺ χουργιό μας, στ’δικαϊτία τ’1960, ἀπ’ τοὺ μαναστήρ’ τ’ἁηΝικάνουρα ἀπ’ τ’Ζάμπουρντα ὕστιρα ἀποὺ τ’ἁλώνια. Ἔρχουνταν μὶ κάτ’ ἁψλὰ μπλάργια. Λαλοῦσαν τὰ κυπριὰ τὰ Τζαμπουρνὰ κι τὰ χαίρουμάσταν. Μᾶς ἴφιρνι κι τ’ἅγιαΛείψανα ἡ παπαΚώτσιους, π’θὰ τὰ γυρνούσαμι ‘νἄλλ τ’μέρα στοὺ χουργιό. Τοὺν θυμοῦμι, ἦταν ἕνας ἁπλὸς καλὸς παπᾶς ἀποὺ χουργιὸ τοὺν Γριβινῶν. Ἔβαζάμι τοὺν ἅγιου στοὺ τραπέζ’ μὶ ἀναμμένου καντήλ’ στοὺ δουμάτιου, ὅπ’ θὰ κοιμοῦνταν οἱ δγυὸ παπᾶδις. Ἔφκιανάμι ‘μΠαράκλησ’ τοὺ βραδάκ’ κι ἔτρουγάμι. «Χαίροις τοὺν Σιρβίουν οὑ ἰατρός, Γριβινῶν τοὺ κλέους… Νικάνουρ, Καλλιστράτου…».
Ἡ καημένους ἡ παπαΚ. ἴλιγι κι τςκαημοίτ’. «Ἰά μόρα, πιδγιάμ’, ἔχου τοὺ πιδὶ ἁπ’ δλέβ’ γιρά. Εἶνι μάστουρας καλός. Ἀμ τὶ τοῦ θέλτς; Ἀπ’ τςχαραὲς φιβγάτους, ἔρχιτι τοὺ μούργκζμα στοὺ σπίτ’. Ὅλ’ τ’μέρα δλιά, ψουφμός, ξιπατουμός, ξινουφαλιάζιτι. Ἀπάν’ στ’σκαλουσιά. Ἡ ἄλλους θέλ’ νὰ σώσ’ τ’ἀρχινμένου. Κιἅμα ἡ νύφ’, ἡ γναῖκατ’, τοὺν ἀκούει στ’σκάλα, βάν’ τοὺ τηγάν’ στ’φουτχιὰ κι τσιὰρ’ δγυὸ αὐγά… Ἀ ρὰ ἕνας ἁπ’ δλιέβ’ ὅλ’ τ’μέρα, μόνου μὶ δγυὸ αὐγά; Τί μψόσαλου εἶνι ἰτούτου τοὺ θκόμας; Ἅμα δὲν φάει κουτάλ’, ποῦ νὰ δλιέψ’ ἡ ἔρμους ‘νἄλλ’ τ’μέρα;» Τοὺ κουτάλ’ σήμηνι τιντζερὲς ἀ κι μαγέριμα.
Μᾶς ἔμεινι κι μᾶς νὰ λέμι ὕστιρα αὐτὸν τοὺν λόγουν, «… τσιάρ’ δγυὸ αὐγά».
Ἄει, ἀρνιμα
22.6.2025









