ΤΟ «ΘΕΑΤΡΟΔΡΟΜΙΟ», ΕΧΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΦΑΡΕΤΡΑ ΤΟΥ ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΜΙΧΑΛΗ ΡΕΠΠΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΑ ΦΕΡΝΕΙ Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ», ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ «ΑΡΓΩ» ΠΡΟΣΕΦΕΡΑΝ ΣΤΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟ ΜΙΑ ΥΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Μας άρεσε, το αξίζουν, προσυπογράφουμε το άρθρο… και το αναδημοσιεύουμε!
Κώστας Μαυρίδης (Δημοσιογράφος Πτολεμαΐδα)
Το « Θεατροδρόμιο» Κοζάνης, έχοντας στη φαρέτρα του ένα εξαιρετικό θεατρικό έργο των συγγραφέων Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου με τίτλο: « Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», στη σκηνή του θεάτρου «Αργώ» προσέφεραν στο Αθηναικό κοινό μια υψηλού επιπέδου παράσταση.
Το έργο: «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός» των θεατρικών συγγραφέων Ρέππα και Παπαθανασίου βασίστηκε πάνω σε μια νουβέλα του Πιοτρ Γιαρκόφσκι η οποία μάλιστα ενέπνευσε και τον Τσέχο σκηνοθέτη Γιαν Χρεμπέκ για τη δημιουργία της κινηματογραφικής ταινίας: «Παιχνίδια Διχασμού και εγκυμοσύνης», όπου το χιούμορ κινείται άρρηκτα δεμένο με το δραματικό ιστορικό στοιχείο, δημιουργώντας μια σύνθεση σάτιρας και μαθήματος ιστορίας, διαμορφώνοντας έτσι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα.
Είναι αρκετές οι φορές που έχω αναρωτηθεί, ποιο είναι το εχέγγυο για μια αριστοτεχνικά δομημένη θεατρική παράσταση, οι γνώσεις, οι θεατρικές σπουδές, το ταλέντο;
Θεωρώ πως είναι ο συγκερασμός όλων αυτών των στοιχείων, με κορυφαίο το μεράκι, την αγάπη για την Τέχνη, την βαθειά συναίσθηση της υψηλής Τέχνης του θεάτρου, όπου καλείται κανείς να στρατευθεί σ’αυτή και να την υπηρετήσει πιστά και με σεβασμό.
Περίτρανη απόδειξη αγάπης, σεβασμού προς το θέατρο, ήταν η άρτια παράσταση της ερασιτεχνικής ομάδας «Θεατροδρόμιο» της Κοζάνης, η οποία ήταν όχι απλώς εφάμιλλη, αλλά ανώτερη πολλών επαγγελματικών θιάσων.
Η υπόθεση χρονικά τοποθετείται την περίοδο της Κατοχής (1943), στη Θεσσαλονίκη μέσα σ’ ένα παλιό επιταγμένο ζαχαροπλαστείο, όπου εκεί στεγάζονται δύο αντρόγυνα, ο Μίμης με τη Χριστίνα και ο Βαγγέλης με τη Λέλα.
Παραδίπλα, μέσα στην αυλή μένει η κυρά Βικτωρία, όπου τα πάντα περνούν απ’ το άγρυπνο και εξεταστικό μάτι της, ανάγοντας το κουτσομπολιό σε ολόκληρη επιστήμη.
Ο Βαγγέλης είναι συνεργάτης των Γερμανών, αυτό φυσικά του εξασφαλίζει μια άνετη ζωή σε μια περίοδο μεγάλης ανέχειας, σκληρότητας, φόβου, διωγμών, παράλληλα δε, φροντίζει και όλους στη γειτονιά συγγενείς και φίλους, έτσι βιώνει την ψευδαίσθηση του ευεργέτη, απαλλάσσοντας τη συνείδησή του απ’ την ταμπέλα του χαφιέ, του δοσίλογου.
Η Λέλα πάλι η γυναίκα του, από καλή και πλούσια οικογένεια, μεγαλοκοπέλα φοβούμενη μη μείνει στο ράφι, αφού κανείς υποψήφιος γαμπρός δεν ήταν άξιος για τα πλούτη της, συμβιβάστηκε με τον μανάβη τον Βαγγέλη για τον οποίο ντρέπεται τόσο για την ελλιπή κοινωνική του μόρφωση και τον άξεστο χαρακτήρα του, όσο και για τη συνεργασία του με τους Γερμανούς.
Εν αντιθέσει με τον Μίμη και τη Χριστίνα, όπου ο Μίμης είναι τραυματίας πολέμου στην Αλβανία, άνθρωπος φιλήσυχος και φοβισμένος που καταδέχεται τις ευεργεσίες του φίλου του Βαγγέλη από ανάγκη.
Η γυναίκα του πάλι η Χριστίνα, γλυκιά, ευπροσήγορη, καλόκαρδη, έχει ένα κοινό σημείο με τη Λέλα και οι δύο δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν.
Η μεγάλη ανατροπή της ζωής τους έρχεται, όταν μια μέρα στο σπίτι τους μετά από κυνηγητό τρυπώνει ένας Εβραίος που σώθηκε από το κολαστήριο του Άουσβιτς κι ο Μίμης με τη Χριστίνα αψηφώντας τον κίνδυνο, τον κρύβουν στο σπίτι τους, χωρίς φυσικά να το γνωρίζει ο Βαγγέλης, παρά μόνο η Λέλα.
Η παρουσία του Εβραίου, είναι καθοριστική για τη λύση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν και τα δύο ζευγάρια.
Με τις καμπάνες της απελευθέρωσης, τόσο η Παναγιά, όσο και ο πελαργός έκαναν μαζί το θαύμα τους και χάρισαν στη Λέλα και τη Χριστίνα από ένα μωρό στην κάθε μία, κάνοντας τρισευτυχισμένους τους συζύγους τους, κι ενώ η Βικτωρία τις ξεγεννούσε ταυτόχρονα, ο Εβραίος δεν άντεξε και λιποθύμησε μέσα στη γενικότερη ταραχή.

Κοιτώντας το προφανές μέρος του έργου, θα δει κανείς πως πρόκειται για μια κωμωδία, ίσως μάλιστα να την παραλληλίσει και με αντίστοιχες αυτής όπως: «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», ή το «Ένας ήρωας με παντούφλες», όπου και αυτές δεν έμεναν στο κωμικό κομμάτι, εισχωρούσαν σε βαθύτερες κοινωνικές δομές και πολιτικές διαστάσεις.
Θέλοντας όμως να κάνουμε τη σημειολογική προσέγγιση του έργου, θα πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στο σκηνοθέτη της παράστασης Γιώτη Βασιλειάδη, του οποίου η ρηξικέλευθη ματιά, κατόρθωσε να αναδείξει με τον πλέον διειδή τρόπο όλες τις συμβολικές εκφάνσεις του έργου.
Το φόβο, την κοινωνική απομόνωση, τη μοναξιά των ανθρώπων σε περίοδο πολέμου και συνάμα τη συντροφικότητα, το συναισθηματικό δέσιμο την αλληλεγγύη μπροστά στον κοινό κίνδυνο.
Το ψυχικό μοίρασμα των προβληματισμών τους, της ανέχειας, της πενίας τους, της αγάπης και της στοργής τους.
Τα κοινωνικά status που τους καταδιώκουν στη ζωή, όπως της γυναίκας που άργησε να παντρευτεί, της γυναίκας που δεν κάνει παιδιά.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώτη Βασιλειάδη έριξε άπλετο φώς σ’ αυτή την κωμωδία που κινείται επί ξηρού ακμής, στο μεταίχμιο κωμωδίας και δράματος χωρίς να παραπαίει, κρατώντας με μοναδική μαεστρία και χειρουργική ακρίβεια την απόλυτη ισορροπία.
Στην Ελληνική δραματουργία, ο ρόλος του Εβραίου, λάμβανε πάντοτε μια ιδιάζουσα συμβολισμών χροιά καθώς τονιζόταν η φυλετική διαφορά και η απόδοση αρνητικού Εβραικού στερεότυπου όπως του τσιφούτη Εβραίου, του τοκογλύφου, του δειλού χαρακτηριστικό παράδειγμα στον «Βασιλικό» του Μάτεση, ο στερεοτυπικός ρόλος της «Οβρίας», ωστόσο επειδή η δράση τοποθετείται στα 1712, όταν η «Οβρία» περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια τη βιαιότητα που βίωσε η Εβραική κοινότητα της Ζακύνθου τότε, ταυτόχρονα προβάλλεται και η θετική της πλευρά καθώς πρόκειται για θύμα, για έναν ταλαπείριο άνθρωπο αποτέλεσμα των κοινωνικών αδικιών και προκαταλήψεων.
Άλλο ένα χαρακτηριστικό δείγμα στερεοτυπικού μοτίβου Εβραίου, αποτελεί και στο έργο του Ξενόπουλου «Ραχήλ» οι δειλοί, υπηρέτες Αβραμή και Μανασή.
Ωστόσο μετά από έναν αιώνα ο Μιχάλης Ρέππας κι ο Θανάσης Παπαθανασίου οι σύγχρονοι αυτοί θεατρικοί συγγραφείς τοποθετώντας το έργο τους το Δεκέμβριο του 1943 όταν βρίσκονταν στο αποκορύφωμα οι εκκαθαρίσεις που έκαναν οι Γερμανοί στους Εβραίους, ο Ιακώβ ένας νεαρός δραπέτης Εβραίος του Άουσβιτς θα αποτελέσει την πιο τελέσφορη λύση στο πρόβλημα του άτεκνου ζευγαριού του Μίμη και της Χριστίνας, καθώς θα συμβάλλει στη γονιμοποίηση της νεαρής συζύγου του Μίμη.
Ο Σαμουήλ-Σταύρος Σταματίδης, με μια καθηλωτική ερμηνεία, ανέδειξε το ρόλο του Εβραίου που για πρώτη φορά στο Ελληνικό δραματολόγιο είναι μέλος κανονικό μιας κοινωνίας, ενός συνόλου, η φυλετική του ιδιότητα είναι απαραίτητη γιατί λειτουργεί μόνο ως ιστορικό στοιχείο.
Ένας νεαρός, συνεσταλμένος, ευγενικός, διακριτικός, ντροπαλός, ανέραστος ακόμη θα αποτελέσει τη λυδία λίθο, χωρίς ίχνος αντισημιτικής δομής του ρόλου.
Για εκείνο όμως που ο Σαμουήλ-Σταύρος Σταματίδης θα πρέπει να δρέψει δάφνες, είναι ότι πρώτον η ερμηνεία του κατόρθωσε να υπερκεράσει κάθε φυλετικό στερεότυπο και δεύτερον η συγκλονιστική απόδοση του μονολόγου του, όπου περιγράφει τη ζωή του στο Άουσβιτς με λιτό, καθαρό, απλό, φυσικό και καθημερινό τρόπο χωρίς ίχνος υπερβολής.
Στο ρόλο της κουτσομπόλας γειτόνισσας Βικτωρίας, βρίσκεται η Βούλα Κιομπέλη.
Παρότι η δομή αυτού του ρόλου, της κουτσομπόλας, είναι αβανταδόρικη για έναν ηθοποιό, άλλο τόσο είναι επικίνδυνη να ξεφύγει από το κωμικό και να περάσει στο γκροτέσκο, σε όλη του την υπερβολή.
Η Βούλα Κιομπέλη κατόρθωσε να κινηθεί στα κωμικά της πλαίσια, χωρίς να υπερπαίζει, αλλά και χωρίς να καταστρατηγεί τη φύση του ρόλου φοβούμενη την υποκριτική εκτροπή, με μια κινησιολογία καθ’ όλα άρτια και απόλυτα ακριβής στο χαρακτήρα που υποδυόταν και μια ερμηνεία συναρπαστική.
Το ρόλο της Χριστίνας ενσάρκωσε η ηθοποιός Νικολέτα Σιώμου με απόλυτη επιτυχία, καθώς ανέδειξε όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, της καλής, φιλόξενης, γεμάτης αγάπη συζύγου και νοικοκυράς που παρακαλά μέρα-νύχτα να της χαρίσει η Παναγιά ένα παιδί, που όμως όταν παρουσιαστούν τα δύσκολα ξέρει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Αληθινή, γνήσια ερμηνεία, άκρως γοητευτική στην κωμική της διάσταση και συνάμα δραματική.
Αντίστοιχα ο Κώστας Ιωαννίδης ο οποίος υποδύεται τον άντρα της Χριστίνας τον Μίμη, κατορθώνει να φωτίσει όλες τις πτυχές του ρόλου του, ξετυλίγοντας το κουβάρι της προσωπικότητας με λεπτούς και απόλυτα ακριβής χειρισμούς, προσεγγίζοντας τη μεγάλη ερμηνεία.
Το ρόλο της Λέλας ενσαρκώνει η Σούλα Γεωργάκα, παριστάνει την κομψή, με καλή ανατροφή, tres comme il faut σύζυγο.
Κινείται σ’ ένα δύσκολο ρόλο, με φαινομενικές ευκολίες, όπου το τραγικό στοιχείο υπερβαίνει το κωμικό και παρόλα αυτά κατορθώνει να το εξισορροπεί δεξιοτεχνικά.
Ο ηθοποιός Κώστας Καρανάτσιος υποδύεται το ρόλο του Βαγγέλη του συζύγου της Λέλας, του άξεστου, χωρίς ιδιαίτερους τρόπους και ευγένειες, τον συνεργάτη των Γερμανών μέσα από μια ερμηνεία χαρισματική.
Ο ηθοποιός Κώστας Καρανάτσιος, κυριολεκτικά μεταμορφώνεται επί σκηνής, κατορθώνοντας να αναδείξει την ηθική διάσταση του ρόλου του συγκλονιστικά.
Τέλος ο ηθοποιός Γιάννης Καντελέρ, στο ρόλο του Πατριώτη, μοιάζει θαρρείς και ξεπήδησε μέσα από τον «Καραγκιόζη», μια τόσο αυθεντική φιγούρα που κατακτά τους θεατές άμα τη εμφανίσει.
Σ’αυτό το άρτιο αποτέλεσμα συνέβαλαν ουσιαστικά, τόσο τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης που ήταν απόλυτα σύμφωνα με την εποχή, της Βενετίας Νάση, όσο και η μουσική επιμέλεια της Εύης Παπαμάρκου μέσα από ρομαντικές-νοσταλγικές μελωδίες κι όλα αυτά κάτω από τους υποβλητικούς φωτισμούς του Γιάννη Καντελέρ, ο οποίος είχε διττή ευθύνη.
Θα πρέπει να επισημάνουμε πως αυτή δεν είναι μια απλή παράσταση, αλλά μια βραβευμένη παράσταση στο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικών Θιάσων στην Ορεστιάδα η οποία απέσπασε 10 από τα 12 βραβεία που υπήρχαν συνολικά, όπως: 1ο= βραβείο καλύτερης παράστασης κοινού, 1ο= βραβείο καλύτερης παράστασης κριτικής επιτροπής, βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου στη Νικολέτα Σιώμου, Α’ ανδρικού ρόλου στον Κώστα Ιωαννίδη, Β’ γυναικείου ρόλου στη Σούλα Γεωργάκα, Β’ ανδρικού ρόλου στον Γιάννη Καντελέρ, βραβείο σκηνογραφίας στη Βενετία Νάση, βραβείο μουσικής επιμέλειας στην Εύη Παπαμάρκου, βραβείο φωτισμών στον Γιάννη Καντελέρ.
Όσο υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ονειρεύονται, που ταξιδεύουν με την ψυχή και το πνεύμα τους σε μονοπάτια δύσβατα και κακοτράχαλα, όσο τα όνειρά τους γίνονται πανιά για τη δική μας ψυχή, τόσο το θέατρο θα είναι μυσταγωγία, θα υπάρχει μέσα από αυτούς τους ανθρώπους, για όλους εμάς, για όλους εσάς, για όλους εκείνους που δεν ξέχασαν πως η Τέχνη του θεάτρου, πρέπει να είναι υψιπετής, πρέπει να είναι η ικμάδα φωτός στα λιμνάζοντα ύδατα της καθημερινότητας, που εξυψώνει την ύπαρξη στο επέκεινα, επιτυγχάνοντας αυτό που έλεγε ο ζωγράφος Edgar Degas: « Η Τέχνη δεν είναι αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που κάνεις τους άλλους να δουν», αυτό πέτυχε το «Θεατροδρόμιο» Κοζάνης!!
Μαριλιάνα Ρηγοπούλου
Σοπράνο-Εκπαιδευτικός – Κριτικός Θεάτρου









