Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ

Πρώτη Κυριακή του Νοέμβρη, δεύτερος εγκλεισμός. Πόσοι ακόμα

άραγε; Ο καιρός κρατάει ακόμα. Ανοίγω την μπαλκονόπορτα να μπει φρέσκος αέρας στο δωμάτιο και έρχομαι αντιμέτωπη με τις μυρωδιές από τα Κυριακάτικα μαγειρέματα των γειτόνων. Παίρνω μία βαθειά ανάσα από τη μύτη (σαν αυτή που παίρνει ο δύτης πριν ποντίσει το σώμα του στη θάλασσα) για να εγκλωβίσω την στιγμή και κατευθύνομαι στην κουζίνα. Φτιάχνω καφέ. Το άρωμά του τόσο δυνατό που με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Την θέση που είχαν οι μυρωδιές, καταλαμβάνουν και πάλι οι πολύπλοκες σκέψεις.

«πως φθάσαμε πάλι στο σημείο μηδέν, πως θα περάσουν αυτές οι ημέρες του εγκλεισμού, πόσο θα αντέξει ο κόσμος, τα νοσοκομεία, το σύστημα, η οικονομία, πότε θα ξαναδώ την οικογένειά μου, πότε θα αγκαλιάσω τα αγαπημένα μου πρόσωπα ….».

Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.

Με την κούπα να κουβαλά τον μισό, πλέον, καφέ στέκομαι μπροστά στο παράθυρο.

Σηκώνω τα μάτια στον ουρανό για να αναζητήσω τον Θεό. Ίσως να είμαι τυχερή και να βρίσκεται πίσω από κάποιο σύννεφο.

Τίποτα.

Κατεβάζω το βλέμμα λίγο πιο χαμηλά για να αναζητήσω κάτι που να δηλώνει πως εκεί έξω, υπάρχει ζωή.

Τα σπίτια ψυχρά, τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα, τα χωράφια ακούνητα από την παχιά πρωινή πάχνη που έχει πέσει πάνω τους.

Τίποτα δεν κινείτε. Ούτε καν τα φύλα στα δέντρα. Ούτε καν ένα πουλί να πετά στον ουρανό. Ούτε καν ένα από τα πολλά αδέσποτα σκυλιά που μέχρι τώρα αλώνιζαν τον τόπο πέρα δώθε όλη μέρα.

Περιμένω.

Το βλέμμα σαρώνει και πάλι το οπτικό πεδίο και επιτέλους εντοπίζει κάτι να κινείται.

Μία αράχνη ανενόχλητη και ανέμελη πλέκει με δεξιοτεχνία τον ιστό της στη γωνία του παραθύρου μου.

Την παρακολουθώ και αντιλαμβάνομαι πόσο τυχερή είναι . Πόσο τυχερή που είναι ελεύθερη, χωρίς περιορισμούς. Πόσο τυχερή που μπορεί και υπάρχει την ώρα που εγώ αισθάνομαι ότι καθημερινά πεθαίνει ένα κομμάτι μου.

Όχι, δε θα βγω να της χαλάσω τον ιστό. Να χαλάσω τη δουλειά της, τον κόπο της, το σπίτι της, την ίδια της τη ζωή. Δε θα κάνω σε κανέναν (ούτε καν σε μία αράχνη) αυτό που κάνουν άλλοι σε εμένα, σε εσένα, στον άλλο.

Δε θα στερήσω από κανέναν την ελευθερία που του δόθηκε .

Δε θα παρέμβω στην εξέλιξη του.

Μπορώ αλλά δεν θέλω γιατί ξέρω πόσο πικρό είναι. Πόσο πονάει, πόσο κοστίζει.

Ανοίγω το παράθυρο και αμέσως η αράχνη ακινητοποιείται.

Την τρόμαξα μάλλον.

Με πιάνει ταχυπαλμία, όπως με πιάνει όταν τρομάζουν κι εμένα.

«Δεν ήθελα να σε τρομάξω» της λέω, με την κρυφή ελπίδα ότι θα με καταλάβει.

«Δεν το ήθελα», συνεχίζω και περιμένω ακόμα την απόκριση.

   Μετά από λίγο τα πόδια της αρχίζουν να κινούνται και πάλι συνεχίζοντας να κάνουν αυτό που έκαναν και πριν τη διακόψω. Να πλέκουν τον ιστό της.

   Κλείνω το παράθυρο και ρουφάω με ευχαρίστηση μία ακόμα γουλιά από τον καφέ μου.

   Είναι ωραίο να μην κάνεις κακό σε κανέναν. Είναι ωραίο να σκέφτεσαι ότι και η παραμικρή λεπτομέρεια κάποιων περιστάσεων μπορεί να κάνει τη διαφορά. Είναι ωραίο να παίρνεις παραδείγματα που σου δίνουν δύναμη, έστω κι αν αυτό το παράδειγμα σου το έδωσε μία αράχνη.

   Αμέσως προσαρμόζω το περιστατικό στις δικές μου ανάγκες.

   Τρόμαξε, σκέφτομαι, η αράχνη αλλά συνέχισε.

   Κι εγώ τρομαγμένη είμαι αλλά ο τρόμος με κοκάλωσε, με αγκύλωσε, με παρέλυσε.

   «Έχει η αράχνη μεγαλύτερη δύναμη και θέληση από μένα», ρωτώ τον εαυτό μου.

   Το παιχνίδι των ερωταποκρίσεων από και προς τον εαυτό μου συνεχίζεται για αρκετή ώρα ακόμα και κάπου ανάμεσα στις ερωτήσεις και τις απαντήσεις, βρίσκω την άκρη στο κουβάρι που με έχει τυλίξει.

     Τελικά, η ζωή δεν είναι εκεί έξω, είναι μέσα στην ψυχή μου. Είναι στην αγάπη που κουβαλάω για τον εαυτό μου και τους άλλους, είναι στην έγνοια που έχω, είναι στις σκέψεις που κάνω, είναι στο ταξίδι που μπορώ να προγραμματίσω στο παρελθόν με στάσεις σε αξιόλογα και πολύτιμα κομμάτια, είναι στα όνειρα που μπορώ να κάνω για το μέλλον. Ποιος μπορεί να με εμποδίσει; Ποιος; Κανένας άλλος παρά μόνον εγώ η ίδια.

       Η ζωή μου λοιπόν δεν έχει να κάνει με τον εγκλεισμό, τους περιορισμούς ή τον φόβο.

Η ζωή έχει να κάνει με τη θέληση να βγω από τον εαυτό που με περιορίζει και να φορέσω έναν εαυτό που θα πλέκει ιστούς χωρίς να σκέφτεται τι, πως και γιατί.

Μόνο τότε θα είμαι ελεύθερη, μόνο τότε θα ΖΩ πραγματικά.