Το παιδί που δεν μας τα λέει όλα (γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας)
Το παιδί που δεν μας τα λέει όλα
Υπάρχει μια περίοδος στη σχέση μας με τα παιδιά που γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτά. Ξέρουμε τι έφαγαν, με ποιον έπαιξαν, ποιος τα στενοχώρησε, τι συνέβη στο σχολείο και τι σκέφτονται να κάνουν την επόμενη μέρα. Όχι απαραίτητα επειδή τα ρωτάμε, αλλά επειδή τα ίδια έχουν μια φυσική ανάγκη να μοιράζονται μαζί μας τον κόσμο τους.
Κάποια στιγμή όμως αυτό αρχίζει να αλλάζει… Η απάντηση στο «πώς πέρασες σήμερα;» μπορεί να γίνει ένα απλό «καλά». Μια συζήτηση με έναν φίλο δεν μας αφορά πια, η πόρτα του δωματίου κλείνει συχνότερα και κάποιες φορές αντιλαμβανόμαστε ότι συνέβη κάτι σημαντικό στη ζωή του παιδιού μας χωρίς να το μάθουμε από το ίδιο.
Για αρκετούς γονείς αυτή η αλλαγή δεν είναι εύκολη. Μπορεί να τη βιώσουν σαν απόσταση ή ακόμη και σαν απώλεια εμπιστοσύνης. «Γιατί δεν μου το είπε;», «αφού πάντα μιλούσαμε», «μήπως κάτι έχει αλλάξει μεταξύ μας;». Και όσο περισσότερο ανησυχούν, τόσο περισσότερο μπορεί να αρχίσουν να ρωτούν, να ψάχνουν, να επιμένουν, προσπαθώντας να ξανακερδίσουν την πρόσβαση που κάποτε είχαν αυτονόητα.
Μόνο που το παιδί που μεγαλώνει δεν χρειάζεται ακριβώς την ίδια σχέση που είχε μαζί μας όταν ήταν μικρότερο. Η ανάγκη για έναν προσωπικό χώρο, για σκέψεις που δεν μοιράζεται αμέσως, για φιλίες και εμπειρίες στις οποίες οι γονείς δεν συμμετέχουν, είναι μέρος της ανάπτυξής του. Σταδιακά αρχίζει να ανακαλύπτει ότι υπάρχει ως ξεχωριστός άνθρωπος, με έναν εσωτερικό κόσμο που του ανήκει και που έχει δικαίωμα να επιλέγει πότε, πώς και με ποιον θα τον μοιραστεί.
Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο να το δεχτούμε, ακριβώς επειδή το αγαπάμε. Θέλουμε να γνωρίζουμε τι του συμβαίνει για να μπορούμε να το προστατεύσουμε. Να προλάβουμε μια απογοήτευση, να αντιληφθούμε έναν κίνδυνο, να βοηθήσουμε πριν τα πράγματα δυσκολέψουν. Και βέβαια ένας γονιός χρειάζεται να παραμένει σε εγρήγορση όταν υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ότι το παιδί κινδυνεύει ή περνά κάτι που δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνο του.
Άλλο όμως η γονεϊκή φροντίδα και άλλο η ανάγκη να γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια της ζωής του. Ίσως εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διάκριση. Το να μου έχει εμπιστοσύνη το παιδί μου δεν σημαίνει ότι θα μου λέει τα πάντα. Σημαίνει ότι θα γνωρίζει πως μπορεί να μου μιλήσει όταν το χρειαστεί.
Και αυτό χτίζεται πολύ πριν φτάσουμε στην εφηβεία… Χτίζεται κάθε φορά που το παιδί μάς λέει κάτι και εμείς δεν σπεύδουμε να το κρίνουμε, να το διορθώσουμε ή να του εξηγήσουμε τι έπρεπε να είχε κάνει. Κάθε φορά που αντέχουμε να ακούσουμε μια επιλογή με την οποία διαφωνούμε χωρίς να μετατρέψουμε αμέσως τη συζήτηση σε μάθημα. Κάθε φορά που του δείχνουμε ότι η αλήθεια του, ακόμη κι όταν μας δυσκολεύει, δεν απειλεί τη σχέση μας.
Γιατί τα παιδιά παρατηρούν πολύ προσεκτικά τι κάνουμε με αυτά που μας εμπιστεύονται. Αν κάθε εξομολόγηση καταλήγει σε ανάκριση, αν κάθε λάθος προκαλεί μια μεγάλη διάλεξη ή αν κάτι προσωπικό που μας είπαν γίνεται αργότερα επιχείρημα σε έναν καβγά, είναι φυσικό την επόμενη φορά να σκεφτούν περισσότερο αν θέλουν να μιλήσουν. Και κάπως έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος. Ο γονιός αισθάνεται ότι το παιδί απομακρύνεται και πιέζει περισσότερο για να μάθει. Το παιδί αισθάνεται ότι ο προσωπικός του χώρος περιορίζεται και κλείνεται ακόμη περισσότερο. Ο γονιός ανησυχεί περισσότερο και οι ερωτήσεις γίνονται ακόμη πιο επίμονες.
Ίσως, λοιπόν, όσο μεγαλώνουν τα παιδιά μας, χρειάζεται να αλλάξει λίγο και η θέση μας δίπλα τους: από εκείνον που γνωρίζει, σε εκείνον που είναι διαθέσιμος να ακούσει, από εκείνον που προηγείται και δείχνει συνεχώς τον δρόμο, σε εκείνον που μπορεί κάποιες φορές να περπατά λίγο πιο πίσω, αφήνοντας το παιδί να δοκιμάσει τα δικά του βήματα.
Δεν είναι εύκολη αυτή η μετάβαση για έναν γονιό. Γιατί μεγαλώνοντας ένα παιδί, δεν μαθαίνει μόνο εκείνο να αποχωρίζεται εμάς. Μαθαίνουμε κι εμείς, λίγο λίγο, να αποχωριζόμαστε την εικόνα του παιδιού που μας χρειαζόταν για τα πάντα. Και ίσως εκεί δοκιμάζεται μια διαφορετική μορφή εμπιστοσύνης: όχι μόνο η εμπιστοσύνη του παιδιού προς τον γονιό, αλλά και η εμπιστοσύνη του γονιού προς το παιδί. Να μπορούμε να δεχτούμε ότι δεν θα γνωρίζουμε πια κάθε σκέψη, κάθε συνομιλία, κάθε μικρή ιστορία της ζωής του και παρ’ όλα αυτά να παραμένουμε κοντά. Να σεβόμαστε την πόρτα που κάποιες φορές κλείνει, χωρίς να φεύγουμε από την άλλη πλευρά της.
Γιατί ίσως ο στόχος, όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, δεν είναι να συνεχίσουν να μας τα λένε όλα. Είναι να ξέρουν ότι, όταν υπάρξει κάτι που πραγματικά θα θελήσουν ή θα χρειαστούν να μοιραστούν, θα μπορούν ακόμη να ανοίξουν εκείνη την πόρτα και να μας βρουν εκεί.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας








