Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Απο το θρήνο στην προσδοκία της Ανάστασης

Η πατρότητα και η μητρότητα συνιστούν πρωτίστως τρόπο υπάρξεως.

Από τη στιγμή που γεννιέται ένα παιδί, ο άνθρωπος παύει να κατοικεί αποκλειστικά τον εαυτό του, αφού η ύπαρξή του εξέρχεται από τα όριά της και αναπαύεται μέσα σε ένα άλλο πρόσωπο. Γι’ αυτό και ο θάνατος ενός παιδιού δεν σημαίνει απλώς την απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου. Σημαίνει τη διάρρηξη εκείνης της κοινωνίας προσώπων μέσα στην οποία ο γονέας είχε ήδη μεταθέσει το μέλλον του.

Δεν θρηνεί μόνο εκείνον που έφυγε. Θρηνεί τον ίδιο τον χρόνο, ο οποίος αρνείται πλέον να υπακούσει στη φυσική του φορά. Η δημιουργία μοιάζει να επιστρέφει στην ασυνέχειά της. Η πατρική και η μητρική ύπαρξη καλούνται να συνεχίσουν να αναπνέουν ενώ ένα τμήμα της προσωπικής τους ταυτότητας έχει ήδη περάσει στο μυστήριο του θανάτου.

Η Εκκλησία αντιμετωπίζει πάντοτε αυτό το γεγονός με μία αξιοσημείωτη θεολογική εγκράτεια. Δεν βιάζεται να δικαιώσει τον Θεό ούτε να ερμηνεύσει την τραγωδία.

Η σιωπή της δεν είναι αμηχανία.

Είναι ομολογία ότι το μυστήριο του ανθρώπινου προσώπου υπερβαίνει κάθε λογική εξήγηση.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν στέκεται ενώπιον του θανάτου αγαπημένων προσώπων, δεν επιχειρεί να απονευρώσει τον ανθρώπινο θρήνο. Αναγνωρίζει ότι η αγάπη δεν καταργείται από την πίστη. Αντιθέτως, όσο βαθύτερη είναι η κοινωνία των προσώπων, τόσο βαθύτερη γίνεται και η εμπειρία της απουσίας. Η ορθόδοξη παράδοση ουδέποτε θεώρησε την απάθεια ως συναισθηματική αναισθησία. Η αληθινή απάθεια είναι η ελευθερία από την απόγνωση, όχι η κατάργηση των δακρύων. Γι’ αυτό και τα δάκρυα δεν αποτελούν άρνηση της Αναστάσεως. Αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη αρνείται να συμβιβαστεί με τον θάνατο.

Η δοκιμασία αυτή αποκτά σχεδόν ασήκωτο βάρος όταν ο πατέρας είναι ιερέας και η μητέρα πρεσβυτέρα. Η ιερατική οικογένεια δεν ζει απλώς κοντά στα μυστήρια της Εκκλησίας.

Αναπνέει καθημερινά μέσα στη λειτουργική εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως.

Ο ιερέας έχει μάθει να προφέρει ενώπιον του λαού το «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν», αναγνωρίζοντας ότι τίποτε δεν ανήκει πραγματικά στον άνθρωπο.

Ωστόσο, η λειτουργική αυτή αλήθεια δεν αίρει το υπαρξιακό βάρος της πατρότητας. Γιατί άλλο είναι να ομολογείς ότι κάθε ζωή αποτελεί δώρο του Θεού και άλλο να παραδίδεις πίσω στον Θεό το ίδιο σου το παιδί.

Εκεί η θεολογία παύει να είναι λόγος και γίνεται σταυρική εμπειρία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι η αλήθεια δεν γνωρίζεται πρωτίστως ως έννοια αλλά ως τρόπος υπάρξεως. Στην περίπτωση ενός τέτοιου γονέα, η πίστη δεν αποδεικνύεται με επιχειρήματα. Αποκαλύπτεται ως η οδυνηρή επιμονή να παραμένει κανείς μέσα στη σχέση με τον Θεό ακόμη και όταν κάθε ανθρώπινη παρηγορία έχει σιγήσει.

Η πρεσβυτέρα, από την άλλη πλευρά, δεν είναι απλώς η σύζυγος ενός κληρικού. Συμμετέχει υπαρξιακά στο ίδιο εκκλησιαστικό γεγονός. Η μητρότητά της δεν περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας, αλλά διαστέλλεται καθημερινά μέσα στη ζωή της ενορίας. Και όμως, ενώ καλείται να στηρίζει τις μητέρες που δοκιμάζονται, έρχεται μία στιγμή κατά την οποία η ίδια γνωρίζει εκείνη την οδύνη που καμία ανθρώπινη γλώσσα δεν δύναται να περιγράψει.

Η υμνολογία της Μεγάλης Παρασκευής δεν παρουσιάζει την Παναγία ως μία μορφή απαλλαγμένη από τον θρήνο. Αντιθέτως, διαφυλάσσει με συγκλονιστική λεπτότητα τη μητρική της οδύνη κάτω από τον Σταυρό.

Η Εκκλησία δεν φοβήθηκε ποτέ τα δάκρυα της Μητέρας του Θεού. Τα ενέταξε στο ίδιο το λειτουργικό της βίωμα. Με τον τρόπο αυτό υπενθυμίζει ότι η αγιότητα δεν συνίσταται στην απουσία του πόνου, αλλά στη μεταμόρφωση του πόνου σε σχέση.

Μέσα σε αυτή την προοπτική αποκτά το αληθινό του μέγεθος και το τέλος του Παντελή. Ένας νέος άνθρωπος, που παρέδωσε χθες τη ζωή του διακονώντας τον συνάνθρωπο μέσα στη φωτιά, επιστρέφει στον Δημιουργό όχι ως αφηρημένο σύμβολο ηρωισμού αλλά ως μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο.

Καμία δημόσια τιμή δεν δύναται να ελαφρύνει τον σταυρό ενός πατέρα και μίας μητέρας.

Ο ηρωισμός ανήκει στην ιστορία.

Η απουσία ανήκει στην αιωνιότητα της ανθρώπινης καρδιάς.

Εκεί όπου οι άνθρωποι μιλούν για θυσία, οι γονείς εξακολουθούν να αναζητούν τη φωνή του παιδιού τους.

Εκεί όπου η κοινωνία απονέμει τιμές, η οικογένεια συνεχίζει να στρώνει μέσα της ένα τραπέζι που δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ μέσα στον παρόντα αιώνα.

Η πλέον αυθεντική θεολογία δεν γεννιέται αποστολή πό τις απαντήσεις αλλά από τη σιωπή.

Η Εκκλησία δεν στάθηκε ποτέ κάτω από τον Σταυρό ως σχολή ερμηνειών.

Στάθηκε ως κοινότητα παρουσίας.

Ο Χριστός δεν εξήγησε τον θάνατο. Τον προσέλαβε.

Δεν κατάργησε το δάκρυ της Μητέρας Του, αλλά το άφησε να διασχίσει ολόκληρο το μυστήριο της θείας οικονομίας.

Από εκείνη την ώρα κάθε γονέας που συνοδεύει το παιδί του προς τον τάφο δεν βαδίζει έναν δρόμο ξένο προς τον Θεό.

Βαδίζει τον ίδιο δρόμο στον οποίο η θεία αγάπη επέλεξε να φανερωθεί όχι ως δύναμη που επιβάλλεται στον ανθρώπινο πόνο, αλλά ως παρουσία που αρνείται να εγκαταλείψει τον άνθρωπο ακόμη και όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν σιωπήσει.

Και αυτή η παρουσία, περισσότερο από κάθε ανθρώπινο λόγο, αποτελεί τη μόνη παρηγορία που δεν προσβάλλει το μέγεθος της απώλειας.

Νομίζω ότι εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε και τη γλώσσα της «δύναμης» και τη γλώσσα της «παρηγοριάς». Στην ορθόδοξη παράδοση δεν ευχόμαστε να πάψει ο πόνος· ευχόμαστε ο άνθρωπος να μη στερηθεί την παρουσία του Θεού μέσα στον πόνο. Αυτό είναι βαθύτερο θεολογικά.

Εύχομαι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, Εκείνος που ελεύθερα εισήλθε στο μυστήριο του Σταυρού και κατέστησε τον ίδιο τον θάνατο τόπο της θείας παρουσίας, να επισκιάζει αδιαλείπτως τον σεβαστό πατέρα και την ευλαβή πρεσβυτέρα του αείμνηστου Παντελή. Όχι για να αφαιρέσει τον σταυρό που τους δόθηκε να σηκώσουν, αλλά για να μη λείψει ούτε μία στιγμή από την πορεία τους η άρρητη κοινωνία της χάριτός Του.

Είθε η λειτουργική εμπειρία, την οποία υπηρέτησαν επί χρόνια με πίστη και αυταπάρνηση, να μεταβληθεί τώρα από διακονία του μυστηρίου σε προσωπική μέθεξη του μυστηρίου, ώστε η οδύνη τους να μη γνωρίσει την απελπισία, η σιωπή τους να μη μεταβληθεί σε εγκατάλειψη και τα δάκρυά τους να γίνουν τόπος συνάντησης με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Χριστό.

Και όταν ο ανθρώπινος λόγος παύσει πλέον να επαρκεί, εύχομαι να παραμείνει μέσα τους εκείνη η ειρήνη «ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. 4:7) ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος, η οποία διαφυλάσσει το πρόσωπο ακόμη και όταν η καρδιά έχει συντριβεί.

Είθε αυτή την ώρα η Εκκλησία να σταθεί γύρω τους όχι μόνο με λόγους, αλλά με προσευχή, σιωπή και ευχαριστιακή κοινωνία, έως ότου ο Θεός, κατά το άπειρο έλεός Του, τους αξιώσει να αντικρίσουν το πρόσωπο του αγαπημένου τους παιδιού μέσα στη λαμπρότητα της κοινής Αναστάσεως, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος».

 

ΡΕΘΥΜΝΟ ΙΟΥΛΙΟΣ 2026