ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ή ΣΥΜΦΕΡΟΥΣΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ… ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΝΘΙΜΟΥ
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ἢ ΣΥΜΦΕΡΟΥΣΑ
ΕΥΚΑΙΡΙΑ (ὁμιλία στὸν Συγχωρητικὸ Ἑσπερινὸ 1 Μαρτίου 2020)
Ἡπερίοδος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ποὺ ἀνοίγεται μὲ τὸν ἀποψινὸ Κατανυκτικὸ ἑσπερινό, μπροστά μας, φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι εἶναι μιὰ τελείως διαφορετικὴ περίοδος μέσα στὴν ἐτήσια ἐκκλησιαστική μας ζωή. Οἱἔννοιες ποὺ μᾶς δίνει, τὰ μηνύματα, τὰ κείμενα, τὸ τυπικό, τὸ τελετουργικό, διαφέρουν ὅλα· ἀκόμη καὶ τὰ …χρώματα!
Ἀνοίγει προπαρασκευαστικὰ μὲ τὸ Τριώδιο, περισσότερο δυναμικὰ μὲ τὴν Καθαρὰ Ἑβδομάδα καὶ ὁλοκληρώνεται, τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, μὲ τὴν Ἀνάσταση. Ὅλη αὐτὴ ἡπερίοδος μᾶς προσκαλεῖνὰ τὴν ζήσουμε. Ὅπως κάθε βρέφος, ὅταν γεννιέται, θέλουμε νὰ βλέπουμε ὅτι ἔχει μπροστά του μιὰ μακρὰ ζωὴ γιὰ νὰ τὴν ζήσει. Ὅπως κάθε πιστός, ὅταν εἶναι ἑτοιμοθάνατος, βλέπει νὰ στέκεται στὸ κατώφλι τῆς ἄλλης ζωῆς ποὺ τὸν προσκαλεῖνὰ τὴν κληρονομήσει.
ἩΜεγ. Τεσσαρακοστὴ δὲν νοηματοδοτεῖται μόνο ἀπὸ τὸ κορυφαῖο γεγονός της, οὔτε καταξιώνεται μόνο στὴν Ἀνάσταση. Ἔχουν τεράστια σημασία τόσο ὁδρόμος ποὺ ὁδηγεῖμέχρις ἐκεῖ, ὅσο καὶ ὁβηματισμός. Οἱχριστιανοί, καλούμεθα νὰ μεταχειριστοῦμε τὸν ἄσφαλτο αὐτὸ δρόμο, περπατῶντας μὲ σωστὸ καὶ ὑγιὴ βηματισμό, προκειμένου νὰ φτάσουμε στὸ σκοπό μας, νὰ βροῦμε τὸν στόχο μας. Ποιὸς εἶναι ὁστόχος μας τῶν χριστιανῶν; Νὰ συναντήσουμε στὴ ζωή μας τὸν ἀναστημένο Κύριο καὶ στὴ συνέχεια νὰ ἀναληφθοῦμε μαζί Του.
Ἴσως διερωτηθεῖκάποιος: σ’ αὐτὸν τὸν στόχο μας, μποροῦμε νὰ φτάσουμε χωρὶς νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ συγκεκριμένα βήματα τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς; Ἐνδεχομένως· κάποιες μεγάλες φύσεις ἴσως νὰ τὰ καταφέρνουν, δὲν τὸ ἀποκλείω· ἂν εἶναι ἄνθρωποι ἐξαιρετικῆς ἁγιότητος καὶ κλίσεως· τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατο γιὰ τὸ Θεό.
Ὅμως· σ’ἐμᾶς δόθηκε δῶρο, αὐτὴ ἡεὔκολη διαδικασία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σκεφθεῖτε ἕνα παράδειγμα· ὅτι εἶναι μεγάλη ἀνάγκη νὰ προλάβω τὸ τραῖνο. Ἄργησα, τρέχω μὲ τὶς βαλίτσες μου στὰ χέρια, ἐκεῖνο φεύγει, τὸ χάνω καὶ προκειμένου νὰ τὸ προλάβω πετῶτὶς βαλίτσες μου καὶ τρέχω πιὸ γρήγορα, ὁπότε ἁρπάζω μιὰ λαβὴ καὶ ἀνεβαίνω. Πρόλαβα! Ἀνέβηκα! Δὲν λυπᾶμαι τὸν κόπο, οὔτε τὶς βαλίτσες (βαλίτσες εἶναι ὅσα «στερούμαστε» τὴν Μεγ. Τεσσαρακοστή). Σημασία ἔχει ὅτι πρόλαβα τὸ τραῖνο (ποὺ εἶναι ὁΧριστός, ὁστόχος ποὺ εἶπα).
Αὐτὴ ἡἐπιτυχία, μοῦδίνει τεράστια αὐτοπεποίθηση καὶ χαρά. Καταλαβαίνετε, ἀγαπητοί μου; Τελικά, ἡΜεγ. Τεσσαρακοστὴ δὲν μᾶς προτείνει στερήσεις καὶ κόπους. Μᾶς προτείνει νίκες!
Αὐτὸ μᾶς τὸ σύστησε ὁἴδιος ὁΧριστός! Νὰ μὴν παραιτούμαστε, νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε, νὰ τρέχουμε, νὰ παλεύουμε, νὰ διεκδικοῦμε καὶ νὰ στοχεύουμε στὴν νίκη.
Αὐτή, ἀκριβῶς εἶναι, ἡ«κατὰ Χριστὸν ζωή». Τὸ ἐπαναλαμβάνω: νὰ μὴν παραιτούμαστε, νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε, νὰ τρέχουμε, νὰ παλεύουμε, νὰ διεκδικοῦμε, νὰ στοχεύουμε στὴν νίκη. Τὰ λόγια τοῦΧριστοῦἦταν: «…κουράγιο! ἐγὼ τὸν νίκησα τὸν κόσμο», ἐννοοῦσε: γιὰ χάρη μας.
Μά! θὰ μοῦπεῖτε: ἡζωὴ …δὲν ἔχει πάντα νίκες! Δίκιο ἔχετε!
Γι’αὐτό, ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωή, δὲν προτείνεται ὡς παραμυθένια ζωή, δὲν εἶναι ψευδαίσθηση. Μᾶς διδάσκει νὰ ἀγωνιζόμαστε, νὰ παλεύουμε, νὰ ματώνουμε, νὰ πέφτουμε καὶ νὰ σηκωνόμαστε, διαρκῶς. Ὁκανόνας τῆς «κατὰ Χριστὸν» ζωῆς, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός: νὰ μὴν μένουμε πεσμένοι ἀλλὰ νὰ σηκωνόμαστε ὄρθιοι καὶ νὰ ξανασυνεχίζουμε. Βεβαιωμένοι ἀπόλυτα, ὅτι σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν πορεία δὲν θὰ εἴμαστε μόνοι μας, θὰ ἔχουμε συντροφιά μας τὸν Χριστό. Γι’αὐτὸ λέγεται ζωὴ «κατὰ Χριστόν».
Τί διαφέρει ἡζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν δική μας, τὴν «κατὰ Χριστὸν ζωή»; Μά! ἀκριβῶς σ’αὐτό. Καὶ οἱἄλλοι ἄνθρωποι ἀγωνίζονται, παλεύουν, ματώνουν, πέφτουν καὶ σηκώνονται· ὅμως μόνοι τους, χωρίς τὸν Χριστό!
Αὐτὸ τὸ «μαζί μὲ τὸν Χριστὸ» ἢ«χωρὶς τὸν Χριστὸ» εἶναι ἡεἰδοποιὸς διαφορὰ τοῦἀνθρώπου μὲ τὰ ἄλλα ἔμβια ὄντα, ποὺ κι ἐκεῖνα τρῶν, πίνουν, ἀναπαράγονται καὶ ψοφοῦν. Κι ἐκεῖνα πλάσματα τοῦΘεοῦεἶναι, αἰσθάνονται, ἀγαποῦν ἐνστικτωδῶς, θυμοῦνται, θλίβονται· ὅμως ὁΧριστὸς σ’ἐμᾶς, ἔδωσε ὄχι μόνο αὐτήν, τὴν στοιχειώδη ζωή,· ἔδωσε, κατὰ πὼς μᾶς εἶπε: «… καὶ περισσσὸν ζωῆς». Τί θὰ πεῖ«περισσὸν ζωῆς»; Σὲ τί συνίσταται αὐτὸ τὸ «παραπάνω ἀπὸ ζωή»;
Σημαίνει τὸ δῶρο ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ διαχειριζόμαστε ἐμεῖς οἱἴδιοι τὴν ζωή μας μὲ δύο τρόπους: μὲ ὑπευθυνότητα καὶ μὲ ἐλευθερία. Τί θὰ ποῦν αὐτὰ τὰ δύο;
Διαχειρίζομαι τὴν ζωή μου ὑπεύθυνα, σημαίνει ὅτι δὲν καταργῶτὴν λογική μου. Ἐλέγχω τὰ αἰσθήματά μου καὶ δὲν ἐγκαταλείπω τὶς ὑποχρεώσεις μου. Ἔτσι, ὁκαθένας μας ἀποφασίζει, ρυθμίζει, τροποποιεῖ, βελτιώνει, προσαρμόζει λογικὰ τὶς πράξεις του καὶ τὶς σκέψεις του σὲ δυναμικὴ συνεργασία μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας, μὲ τὴν οἰκογένειά μας, μὲ τὸν πνευματικό μας κ.ο.κ
Διαχειρίζομαι τὴν ζωή μου ἐλεύθερα, σημαίνει ὅτι μελετῶ, ρωτῶ, μαθαίνω ἀπὸ τὴν πείρα τῶν ἄλλων ἢτὴν δική μου ἐμπειρία, παίρνω γνῶμες πολλῶν, ἀλλὰ στὸ τέλος ἀποκρυσταλλώνω δική μου ἄποψη καὶ ἐλεύθερα τὴν ἀκολουθῶ, χωρὶς νὰ μοῦτὴν ἐπιβάλλει κανένας ἄλλος ἄνθρωπος ἢκαμμιὰ ἀνάγκη. Ἡἄποψή μου αὐτή, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ἀλάνθαστη, ὅμως εἶναι ἡ…δική μου! Ἂν κάποτε διαπιστώσω ὅτι ἡἄποψή μου ὑπῆρξε λαθεμένη, τότε πάλι ἐλεύθερα τὴν ἀλλάζω. Μπορεῖστὸ μεταξὺ νὰ πόνεσα, ὅμως ὁπόνος αὐτὸς εἶναι ἐμπειρία, μεγάλος πλοῦτος.
Ὅταν λοιπόν, λέμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ἀποφασίζει νὰ ζήσει «κατὰ Χριστόν», αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀποφασίζει νὰ δημιουργήσει ὑπεύθυνη καὶ ἐλεύθερη σχέση μὲ τὸ Χριστό. Τὸ λέω συχνὰ καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐπειδὴ τὸ θεωρῶἀπαραίτητο, ὅτι στὴν Ἐκκλησία δὲν ἐρχόμαστε γιὰ νὰ κατανοήσουμε μιὰ ἔννοια, ἀλλὰ ἐρχόμαστε γιὰ νὰ δημιουργήσουμε μιὰ σχέση. Κατὰ τὴν οἰκοδόμηση αὐτῆς τῆς σχέσεως χρειάζεται νὰ συμπεριφερθοῦμε ὑπεύθυνα καὶ ἐλεύθερα.
Ἐδῶχρειάζεται νὰ ἀνοίξω μιὰ παρένθεση: Ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωὴ δὲν εἶναι ἕνας καὶ στερεότυπος τρόπος ζωῆς. Σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦΘεοῦἔζησαν βασιλεῖς, στρατηγοί, σοφοί, ἀγράμματοι, οἰκογενειάρχες, μοναχοί, κληρικοί, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, ἄλλοι σὲ βοῦρκο ἁμαρτωλότητος ἄλλοι σὲ παρθενία καὶ ἁγνότητα, σὲ παλάτια, σὲ πόλεις, σὲ σκῆτες, σὲ ἐρήμους, σὲ ἐλεύθερα πολιτεύματα, σὲ σκλαβιές, σὲ μαρτύρια κλπ. Ὅλοι αὐτοὶ ἔζησαν «κατὰ Χριστόν», ὅμως, μὲ διαφορετικὸ τρόπο ὁκαθένας τους, οἰκοδόμησαν ξεχωριστὴ σχέση μαζί Του, τήρησαν τὸ θέλημά Του, ἡἘκκλησία τοὺς ἀνακήρυξε ἁγίους της καὶ μᾶς τοὺς προβάλει σὰν παραδείγματα. Κλείνω τὴν παρένθεση.
Ὁπότε, ποιανοῦτὴν σχέση μὲ τὸ Χριστὸ θὰ μιμηθοῦμε; Ποιὸν ἀπὸ τοὺς παραπάνω θὰ ἀντιγράψουμε; Μὲ ποιὸν ἀπ’ ὅλους θὰ ταυτιστεῖὁκαθένας μας; Ἐδῶχρειάζεται νὰ ἀναπτύξουμε τὴν ὑπευθυνότητα καὶ τὴν ἐλευθερία ποὺ προανέφερα. Οἱζωὲς τῶν ἄλλων, τῶν ὁποιωνδήποτε ἄλλων, δὲν ἀντιγράφονται. Δὲν μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὶς πράξεις τους. Ἂν τὸ προσπαθήσουμε, θὰ πελαγοδρομήσουμε καὶ θὰ μπερδευτοῦμε. Θὰ κλονιστοῦμε συθέμελα καὶ τότε θὰ ρθεῖὁπονηρὸς καὶ θὰ μᾶς ρίξει στὴν ἀμφιβολία, στὴν ἀπόγνωση, μέχρι καὶ στὴν ἀπιστία.
Ὅμως, ὑπάρχει κι ἄλλος σοβαρὸς κίνδυνος: ὅταν νομίσουμε ὅτι μιμούμεθα ἐπαρκῶς τὶς ζωὲς κάποιων ἁγίων τῆς πίστεώς μας, ποὺ ἔζησαν τὴν «κατὰ Χριστὸν» ζωή, τότε κινδυνεύουμε νὰ ρθεῖπάλι ὁπονηρὸς καὶ νὰ μᾶς ρίξει στὴν ὑπερηφάνεια καὶ στὴν ἔπαρση, γιὰ τὸ τάχα κατόρθωμά μας. Καὶ ξέρουμε καλά, οἱχριστιανοί, ὅτι ἡὑπερηφάνεια εἶναι ἑωσφορικὴ ἁμαρτία. Λοιπόν, τί θὰ κάνουμε;
Νά! τὶ θὰ κάνουμε. Πρῶτα-πρῶτα θὰ μάθουμε καλὰ καὶ ὑπεύθυνα τὸ θέλημα τοῦΘεοῦ. Ὄχι, ἐξ ἀκοῆς, οὔτε ἀπὸ τὶς κινηματογραφικὲς ταινίες τῆς Μεγ. Ἑβδομάδος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἔπειτα θὰ βροῦμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων, πὼς βιώθηκε τὸ θέλημα τοῦΘεοῦσὲ διαφορετικὲς ἐποχές, ἀπὸ διαφόρους χριστιανούς. ἩἉγία Γραφή, ἀπὸ τὴν μιὰ καὶ πῶς τὴν ἔζησαν διαχρονικὰ οἱχριστιανοί, ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἔτσι θὰ καταλάβουμε τὴν τεράστια δυναμικὴ τῆς ἱερᾶς μας Παραδόσεως. Μέσα σ’αὐτὴν τὴν ἱερά μας Παράδοση ἀναπνέουμε κι ἐμεῖς, σήμερα.
Ὁπότε θὰ προσαρμόσουμε τὴν «κατὰ Χριστὸν» ζωὴ στὰ μέτρα μας. Θὰ σκεφθῶλογικὰ καὶ ἐλεύθερα: τί μπορῶνὰ κάνω ἐγώ, ἀπὸ ὅση ποικιλία παραδειγμάτων μοῦδίνει ἡἘκκλησία; Τί ταιριάζει στὴν ἐποχή μου; Τί ἁρμόζει στὸ χαρακτῆρα μου; Πόσες εἶναι οἱἀντοχές μου; Τί δέχεται ἡοἰκογένειά μου; Ὅμως, προσοχή: στὴν προσπάθειά μου αὐτὴ δὲν θὰ αὐτενεργήσω, οὔτε θὰ αὐθαιρετήσω, ἐπειδὴ τότε, θὰ βγῶἔξω ἀπὸ τὴν ἱερά μας Παράδοση. Θὰ κόψω ἄνθη μέσα ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Παραδόσεώς μας, ἀλλὰ μὲ ὑπευθυνότητα ἐπιλογῆς καὶ ἐλευθερία. Ἕνας σοφὸς ἅγιος, ἔλεγε: «ὅλες οἱπράξεις τῶν ἁγίων εἶναι ἀξιοθαύμαστες, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλες ἀξιομίμητες».
Ἐμεῖς, δὲν ζοῦμε στὶς Κατακόμβες, οὔτε στὰ βυζαντινὰ χρόνια, οὔτε στὰ ἁγιορείτικα μοναστήρια, οὔτε στὴν τουρκοκρατία. Ἡἐποχή μας ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς ἀρετές, δὲν προβάλει τὴν τιμιότητα, περιφρονεῖτὴν ἁγιότητα, μᾶλλον κάνει καὶ κάτι χειρότερο: ἐκτροχιάζει τὴν ἁγιότητα σὲ προγνωστικὸ καζαμία καὶ παράλογη θαυματουργία! Ὁπότε εἶναι ἐξάπαντος ἀνάγκη, τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγίων μας καὶ τὴν ποικιλότροπη «κατὰ Χριστὸν» ζωή, νὰ τὰ προσαρμόσουμε στὴν δική μας ἐποχὴ καὶ στὴν δική μας ζωὴ μὲ ὑπευθυνότητα καὶ ἐλευθερία.
Τί θέλω νὰ πῶ: Εἴπαμε ὅτι ἡΜεγ. Τεσσαρακοστὴ εἶναι ἡδιαδικασία ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ συνάντηση μὲ τὸν Ἀναστημένο Κύριο. Ἡδιαδικασία αὐτὴ προβλέπει νηστεία, ἐγκράτεια, ἐλεημοσύνη, προσευχὴ καὶ μελέτη Καινῆς Διαθήκης. Στόχος μας ποιός εἶναι; εἴπαμε νὰ διορθώσουμε τὴν συμπεριφορά μας, νὰ βελτιώσουμε τὸν χαρακτῆρα μας, νὰ καθαρίσουμε τὸν νοῦμας. Ὁπότε τί θὰ κάνουμε; Ἐδῶ, ἴσως χρειαστοῦμε τὴν βοήθεια ἑνὸς πνευματικοῦἀνθρώπου. Θὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ τὴν ἱερά μας Παράδοση ὅ,τι μᾶς βοηθάει, ὅ,τι μᾶς ταιριάζει, ὅ,τι μᾶς ἐξυπηρετεῖπροκειμένου νὰ πετύχουμε τὸν στόχο μας ἀκολουθῶντας τὸν βηματισμὸ τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, σήμερα. Ὄχι ὑπερβολές, ὄχι ἀκρότητες, ὄχι ἀντιγραφές, ἀλλὰ δημιουργικὲς συνθέσεις. Ὄχι αὐθαιρεσίες, οὔτε πειραματισμούς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Παραδόσεώς μας. Μὲ σύνεση, μὲ σοβαρότητα, μὲ ὑπευθυνότητα, μὲ ἐλευθερία.
Πόσο μπορῶνὰ νηστεύσω κι ἀπὸ τί; πόσο εἶναι ἐφικτὸ νὰ ἐγκρατευθεῖτὸ ζευγάρι; πόσο μπορῶνὰ προσευχηθῶκαὶ πῶς; ποιά ἱερά μας Κείμενα μπορῶνὰ μελετήσω καὶ μὲ ποιόν τρόπο; Στὴ συνέχεια, πῶς μπορῶνὰ διορθώσω τὴν συμπεριφορά μου; Πῶς μπορῶνὰ βελτιώσω τὸν χαρακτῆρα μου; πῶς μπορῶνὰ καθαρίσω τὸν νοῦμου; Δηλ. πῶς μπορῶνὰ ἀρχίσω νὰ ζῶ«κατὰ Χριστόν». Τί σημαίνει νὰ ζήσω «κατὰ Χριστόν»; Σημαίνει νὰ συζήσω μὲ τὸν Χριστό, αὐτὸ σημαίνει! Κι ὅταν οἱἄνθρωποι ἀρχίσουμε νὰ συζοῦμε μὲ τὸ Χριστό, τότε Ἐκεῖνος ἔρχεται καὶ κατασκηνώνει μέσα μας καὶ ἀρχίζει τὴν διαδικασία τῆς θεώσεώς μας.
Ἐπιμένω, μὴν ξεχνᾶτε! ὅλα αὐτὰ μὲ ὑπευθυνότητα καὶ ἐλευθερία. Γιατί ἐπιμένω; Ἐπειδή, πολλὲς φορὲς ζοῦμε τόσο λαθεμένα τὴν «κατὰ Χριστὸν» ζωή μας, ποὺ μᾶς δημιουργεῖται ἡἐντύπωση ὅτι κάνουμε ἀγγαρεία. Νομίζουμε ὅτι ὁΘεὸς θέλει νὰ στερούμαστε κι ὅταν στερούμαστε ἱκανοποιεῖται. Νομίζουμε ὅτι ἡἘκκλησία ἐφευρίσκει ἐξιλεωτικὲς ποινὲς γιὰ τὰ παιδιά της. Ὅτι τάχα, ὑπάρχει στὴν Πίστη μας ἕνας μακρὺς κατάλογος μὲ «μή», ποὺ ὀφείλουμε νὰ ἀποφεύγουμε. Κι ἕνας τεράστιος κατάλογος μὲ «πρέπει», ποὺ χρωστᾶμε νὰ ἐκπληρώνουμε. Καὶ ὅλα αὐτά, χωρὶς λογικὴ καὶ χωρὶς κανένα δικαίωμα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς. Ἔ! λοιπόν, σᾶς τὸ λέω ἀπερίφραστα, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωή. Ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωὴ δὲν εἶναι ἀγγαρεία. ὉΘεὸς δὲν θέλει νὰ στερούμαστε, δὲν ἱκανοποιεῖται ὅταν ὑποφέρουμε. ἩἘκκλησία δὲν ἔχει ποινές. Στὴν Πίστη μας δὲν ὑπάρχουν «μή», δὲν ὑπάρχουν «πρέπει».
Φοβᾶμαι, ὅτι τώρα, κάποιοι ἀπὸ σᾶς θὰ μοῦπεῖτε: τὴν ψυχὴ μᾶς ἔβγαλες! Θὰ μᾶς πεῖς, τελικά, τί εἶναι ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωή;
Ἀγαπητοί μου, Πατέρες, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές μου, Ζωὴ «κατὰ Χριστὸν» εἶναι ὅ,τι φέρνει χαρὰ στὸν ἄνθρωπο!
ὉΧριστὸς ἐπέμενε καὶ τὸ ἐπανέλαβε πολλὲς φορὲς τὸ βράδυ τῆς Μεγ. Πέμπτης, λίγο πρὶν παραδοθεῖστοὺς σταυρωτές του: «Σᾶς ἀφήνω τὴν χαρά μου, …ἐγὼ ἦρθα γιὰ νὰ χαίρεσθε, μὲ τέτοια χαρὰ καὶ τόση χαρά, ποὺ κανεὶς ποτὲ δὲν θὰ μπορεῖνὰ σᾶς τὴν πάρει».
Τί εἴδους χαρὰ ἐννοοῦσε ὁΚύριός μας; Καὶ ποῦτὴν εἶχε Ἐκεῖνος τὴν χαρά, λίγες ὥρες πρὶν τὴν σταύρωσή του, τὴν ὁποία μάλιστα προγνώριζε ὅτι θὰ συμβεῖ; Κάθε χαρά, εἶναι «κατὰ Χριστόν»; Ὑπάρχει χαρὰ μακρυὰ ἀπὸ τὸν Χριστό; Αὐτὰ εἶναι ἀδυσώπητα ἐρωτήματα ποὺ χρειάζεται ν’ ἀπαντηθοῦν.
Πρῶτα ν’ἀποφύγουμε μιὰ παρεξήγηση: ὑπάρχει, ἆρα γε, χαρὰ στὴν ἁμαρτία; Εἶπα ὅτι ζωὴ «κατὰ Χριστὸν» εἶναι ὁτιδήποτε φέρνει χαρὰ στὸν ἄνθρωπο. Μπορεῖ, λοιπόν, κάποιος νὰ πεῖ, ‘ἐγὼ χαίρομαι ποὺ ἁμαρτάνω’; Σᾶς ἀπαντῶκατηγορηματικά: ὄχι! Δὲν ἀκούστηκε ποτὲ ἄνθρωπος νὰ λέει ‘χάρηκα στὴ ζωή μου ποὺ ἁμάρτανα’, ποτέ! Ἀντίθετα· πολλοὶ εἶπαν ‘ἄδικα χαράμισα χρόνια βουτηγμένος σὲ ἁμαρτίες’. Ξέρετε γιατί; ἐπειδή, ἡἁμαρτία ποτὲ δὲν φέρνει χαρά, ἀληθινὴ χαρὰ στὸν ἄνθρωπο. Χαίρεται, μὲ τὶς ἁμαρτίες του, ἔστω γιὰ λίγο, ξέρετε ποιός; αὐτός, ποὺ ποτὲ δὲν βίωσε τὴν μοναδικὰ ἐξαιρετικὴ νίκη, ποὺ εἶναι ἡνίκη κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὅποιος νοιώσει αὐτὴ τὴν νίκη, δὲν ξαναγυρίζει ποτὲ στὴν ἁμαρτία του.
Νὰ σᾶς πῶἕνα παρεμφερὲς παράδειγμα: οἱἄνθρωποι …ζοῦμε! ὅταν λέμε ὅτι ζοῦμε, ἐννοοῦμε ὅτι χτυπάει ἡκαρδιά μας καὶ τρέχει τὸ αἷμα στὶς φλέβες μας· ὅμως, ἡἉγία Γραφὴ λέει τὸ ἀντίθετο, ὅτι δὲν ζοῦμε ὅλοι. Πολλοὶ «νομίζουν ὅτι ζοῦν, ὅμως στ’ ἀλήθεια εἶναι νεκροί». Ὅταν ἡἘκκλησία λέει ‘ζῶ’ ἐννοεῖ: γνωρίζω ποῦβρισκόμουν πρὶν γεννηθῶ, γιατὶ γεννήθηκα, γιατὶ ὑπάρχω, ποιὸς εἶν’ὁρόλος μου στὴν ζωὴ καὶ τί θὰ συμβεῖστὸ τέλος μου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀμείλικτα ἐρωτήματα βρίσκουν τὶς ἀπαντήσεις τους μέσα στὸ ἀναπόφευκτο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως.Ὅποιος δὲν πιστεύει στὴν Ἀνάσταση, ἡζωή του δὲν ἔχει προοπτική. Ζωὴ χωρὶς προοπτικὴ δὲν ἔχει ἀξία, ὁπότε δὲν ἔχει καὶ νόημα ὕπαρξης.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία: συνεχίζει νὰ ἁμαρτάνει ὅποιος δὲν ἀντικατέστησε τὴν ἁμαρτία μὲ καθαρότητα τοῦνοῦ, τῶν πράξεων καὶ τῶν προθέσεών του. Οἱἄνθρωποι εἴμαστε «ἐκ τῆς φύσεώς μας» πλασμένοι γιὰ τὸ καλό, γιὰ τὸ καθαρό, γιὰ τὸ ὄμορφο. Ἡἁμαρτία εἶναι «παρὰ φύσιν» κατάσταση, μᾶς βλάφτει, μᾶς ἀμαυρώνει, μᾶς ἀλαφιάζει, μᾶς πονάει καὶ μᾶς κακογερνάει.
Λοιπόν, γιατὶ νηστεύουμε; Γιατὶ ἐγκρατεύονται τὰ ζευγάρια; Γιατὶ διορθώνουμε τὸ χαρακτῆρα μας; Γιατὶ βελτιώνουμε τὴν συμπεριφορά μας; Γιατὶ προσπαθοῦμε νὰ καθαρίσουμε τὸν νοῦμας;
Μά! γιὰ τὴν δική μας …«πνευματικὴ εὐζωΐα».
Μᾶς τὰ συστήνει ὁΧριστὸς ἐπειδὴ θέλει νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν παραδείσια κατάστασή μας, ὅπου ἡκαλωσύνη, ἡεὐπρέπεια, ἡἀρετή, ἡἁγιότητα ἦταν φυσικά μας ἰδιώματα.
Μᾶς τὰ προτείνει ἡἘκκλησία γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι ἀξίζουμε περισσότερο ἀπὸ τὶς ἀπαιτήσεις μας. Γιὰ νὰ μὴν μᾶς ρίχνουν χαμηλὰ τὰ πάθη μας, γιὰ νὰ μὴν μᾶς σέρνουν οἱὀρέξεις μας, τὰ νεύρα μας, οἱἐγωϊσμοί μας καὶ οἱἀδυναμίες μας. Στερούμαστε ἀπὸ μόνοι μας ὁτιδήποτε μᾶς σκλαβώνει, ὥστε νὰ σταθοῦμε ψηλότερα ἀπ’αὐτό. Γιὰ ν’ἀποκτήσουμε αὐτοπεποίθηση, δυναμισμό, ἀντοχή, ἐπιβολὴ στὸν ἑαυτό μας καὶ τελικά, γιὰ νὰ νικήσουμε τὴν ζωή.
Δὲν μᾶς τὰ ἐπιβάλλει ὁΘεός, δὲν μᾶς τὰ ὁρίζει στανικὰ ἡἘκκλησία, μόνοι μας ξέρουμε ποῦπάσχουμε καὶ γυρεύουμε τὸ ἀνάλογο ἀντίδοτο. Ὄχι αὐθαίρετα φάρμακα οὔτε ἀμφίβολα βοτάνια, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἱερά μας Παράδοση, σύμφωνα μὲ ὅσα μᾶς φανέρωσε τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἔτσι ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωή, φέρνει χαρά, ὀμορφιά, αὐτοπεποίθηση, δυναμισμὸ καὶ ρεαλισμό. Δίνει παρρησία, ὄχι ἄγχος· πατάει στέρεα· ὄχι σὲ ψευδαισθήσεις. Ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωὴ εἶναι ταπεινή, ὁπότε διώχνει τοὺς φαρισαϊσμούς· εἶναι ἀληθινή, ὁπότε ἐλευθερώνει ἀπὸ ἐνοχές· ἔχει παρρησία, δὲν εἶναι δειλή, ἐκπέμπει σοβαρότητα καὶ ὑγιὲς φρόνημα, ὄχι ἀρρωστημένες θρησκοληψίες, γεροντισμοὺς καὶ ἀνυποληψίες.
Στὴν «κατὰ Χριστὸν» ζωὴ δὲν μὲ ὑποκαθιστᾶὁΧριστός, δὲν ἐξαφανίζει ὁπνευματικὸς τὴν προσωπικότητά μου, δὲν μὲ ἐξουθενώνει μὲ ποινὲς ἡἘκκλησία. Ἐγὼ ἀποφασίζω νὰ ζήσω «κατὰ Χριστόν», ἐγὼ ἀποφασίζω νὰ Τὸν προσκαλέσω ὅποτε θέλω στὴ ζωή μου καὶ νὰ Τὸν κρατήσω κοντά μου ὅσο θέλω.
Δὲν μοῦἐπιβάλλεται τίποτε. Καμμιὰ στέρηση, κανένα «πρέπει», κανένα «μή». Δὲν μοῦζητᾶτίποτε ὁΘεός, παρὰ μόνο τὶς ἁμαρτίες μου γιὰ νὰ τὶς διαγράψει, ὥστε, χωρὶς τύψεις νὰ συνεχίσω ἐλεύθερα, λογικὰ καὶ μὲ ἀξιοπρέπεια τὴν ζωή μου. Μόνος μου ἀποφασίζω νὰ στερηθῶτὶς ἁμαρτίες μου, τὰ πάθη μου, τὶς ἀδυναμίες μου, τὰ λάθη μου, ἐπειδὴ ἔχω πεισθεῖὅτι αὐτὰ μοῦστεροῦν τὴν χαρὰ ἀπὸ τὴν ζωή μου. Μόνος μου ἐμπιστεύομαι τὸν Χριστὸ καὶ καταθέτω στὰ χέρια Του τὸν κακό μου ἑαυτό, γιὰ νὰ μὲ ἀλλάξει, νὰ μὲ διορθώσει, νὰ φωτίσει μὲ τὸ φῶς Του τὴν ζωή μου.
Εἶπα: «μόνος μου …καταθέτω στὰ χέρια Του τὸν ἑαυτό μου…» ναί! καλὰ τὸ εἶπα, ὅπως ἀκριβῶς καταθέτω τὰ χρήματά μου σ’ ὅποια Τράπεζα μοῦδίνει μεγαλύτερο ἐπιτόκιο!
Δική μου εἶναι ἡἀπόφαση νὰ ζήσω «κατὰ Χριστόν», λογικὴ καὶ ἐλεύθερη ἐπιλογή μου. Ὁπότε ἡΜεγ. Τεσσακοστὴ δὲν εἶναι στέρηση, δὲν εἶναι ὑποχρέωση, εὐκαιρία εἶναι, τὸ συμφέρον μου εἶναι. Ἐπιδίωξη εἶναι, ζητῶἐγὼ ὁἴδιος νὰ μὲ πάρει στὴν ἀγκαλιά Του, ἐπειδὴ ξέρω καλά, ἔχω πεισθεῖἀπόλυτα ὅτι χέρια τοῦΘεοῦ, εἶναι χέρια καλά. Τὰ μόνα καλὰ καὶ τρυφερὰ χέρια.
Τότε, αὐτὸς ὁτεσσαρακοστιανὸς βηματισμὸς δὲν βαστάει μόνο ὅσο ἡΣαρακοστή, διαρκεῖὅλο τὰ χρόνο. Γίνεται τρόπος ζωῆς μου. Καὶ εἶναι ἡδική μου, ἡπροσωπικὴ «κατὰ Χριστὸν» ζωή. Καὶ εἶναι τόσο ὄμορφη ζωή. Ἐπειδή, τότε εἶναι ποὺ ὁἄνθρωπος ἀποκτᾶμοναδικὴ καὶ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Συζεῖμαζί Του. Κάθε φορὰ ρωτᾶ: «αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμῶ, τὸ θέλεις, Θεέ μου; ἂν ‘ναι’, τὸ πράττω. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμῶδὲν τὸ θέλεις, ἐμπιστεύομαι τὴν κρίση σου, ἂς γίνει τὸ θέλημά Σου». Ὁδηγῶντας τὸ αὐτοκίνητο, περπατῶντας στὸ δρόμο, κολυμπῶντας στὴ θάλασσα, ἢγονατιστὸς ἢξαπλωμένος, προσεύχομαι: «εὐχαριστῶΘεέ μου γιὰ ὅσα μοῦδίνεις καὶ γιὰ ὅσα, ἀπὸ ἀγάπη, μοῦστερεῖς, …φανέρωσέ μου τὸ θέλημά Σου, …δός μου ἐσὺ τὴν δύναμη νὰ τὸ ἐφαρμόσω, μόνος μου δὲν τὰ καταφέρνω, προσπάθησα, τὸ …ξέρεις»!
Αὐτὸ σημαίνει «ζῶσυνεταιρικὰ» μὲ τὸ Χριστό, μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ σιγουριά. Δὲν Τοῦλέω: «γιατὶ σὲ μένα, Θεέ μου»! ἀλλὰ λέω: «καλύτερα σὲ μένα, ποὺ Σὲ ξέρω καὶ σ’ἀγαπῶ, ἂν τὸ ἔδινες σὲ ἄλλον, μπορεῖνὰ μὴν τὸ ἄντεχε». Δὲν Τοῦλέω: «πᾶρε τὸ σταυρό μου»! ἀλλὰ λέω: «δυνάμωσε τὴν πλάτη μου καὶ τὰ μπράτσα μου γιὰ νὰ τὸν σηκώσω…».
Ἔτσι οἱἄνθρωποι γινόμαστε ἀνθεκτικοί, ὄχι ψεύτικοι! Χαιρόμαστε τὴν ζωή μας, ὅσο κι ἂν μᾶς πονάει, τὴν ἀπολαμβάνουμε μὲ ἦττες καὶ νίκες. Δὲν εὐτελίζουμε τὴν προσωπικότητά μας, ἐπειδὴ τὴν χτίζουμε διαρκῶς. Δὲν τεμπελιάζουμε. Τὰ χέρια μας, τὴν ἡμέρα δουλεύουν ἀκατάπαυστα καὶ τὴν νύχτα ὑψώνονται στὸν οὐρανό.
Εἶπα, «ὑψώνονται…»· ἄρα λοιπόν, σ’αὐτὸν τὸν βηματισμὸ τῆς «κατὰ Χριστὸν» ζωῆς, δὲν εἴμαστε μόνοι. Τραγικὸ νὰ ζεῖκανεὶς χωρὶς Θεό. Οὔτε τὴν χαρά του ξέρει ν’ἀπολαύσει, μόνος, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὶς δυσκολίες του μπορεῖνὰ σηκώσει, μονάχος. Στὴν «κατὰ Χριστὸν» ζωὴ δὲν εἴμαστε μόνοι, ποτέ.
Προπονητής, ἀθλητικὸς γιατρός, σύντροφος, συνοδοιπόρος, συνεργὸς καὶ συναθλητὴς εἶναι ὁἴδιος ὁΧριστός, μέσῳτῆς λειτουργικῆς καὶ μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ὅπως αὐτὴ ἐντείνεται στὴν περίοδο τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς.
Λειτουργίες «τετελειωμένες», Λειτουργίες προηγιασμένες, Χαιρετισμοί, Ἀπόδειπνα, εὐχὴ μὲ τὸ κομποσχοίνι (δὲν εἶναι μόνο φυλαχτὸ στὸν καρπό), περισσότερη προσευχή, λίγες μετάνοιες, ἐξομολόγηση, εὐχέλαιο, ἀρκετὴ μελέτη τῆς Ἁγίας
Γραφῆς κ.ἄ., τί εἶναι ὅλα αὐτά; βήματα εἶναι, τῆς «κατὰ Χριστὸν» ζωῆς, ποὺ ὀμορφαίνουν τὴν Μεγ. Τεσσαρακοστὴ τῆς ζωῆς μας καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὸ τέλος τῆς Μεγ. Ἑβδομάδος, γιὰ νὰ συναντήσουμε ἐκεῖ«τὸν ἐραστὴ τῆς ψυχῆς μας» τὸν Ἀναστημένο Κύριό μας.
(Εἶπα, «ἐραστὴ τῆς ψυχῆς μας…»! Θὰ μοῦπεῖτε, τώρα, τί ξέρει ἡἐποχή μας ἀπὸ ἔρωτα καὶ ἀγάπη; Δὲν μιλῶγιὰ τὸν ἔρωτα καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ τὰ συναντᾶμε στὸ δρόμο, ποὺ ντρεπόμαστε ὅταν τὰ βλέπουμε στὴν τηλεόραση καὶ ποὺ κλαῖμε ὅταν τὰ διαβάζουμε κουρελιασμένα στὰ διαζύγια. Ὅμως, αὐτὸ τὸ θέμα θὰ τὸ θίξω σὲ ἄλλη εὐκαιρία).
Τότε, λοιπόν, μόνο ὅταν συναντήσουμε «τὸν ἐραστὴ τῆς ψυχῆς μας», μόνο τότε μαλακώνει ἡκαρδιά μας, κατανύσσεται ἡψυχή μας, γαληνεύει ἡσκέψη μας, συμφιλιωνόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, ἀγαπᾶμε τοὺς δικούς μας, κλείνουμε τὸ μάτι στοὺς ἐχθρούς μας, ἑρμηνεύουμε ὅλα ὅσα μᾶς συμβαίνουν (εἴτε καλὰ εἴτε κακά), τὰ προσπερνᾶμε ὅλα, δὲν φοβόμαστε τίποτε, ὀμορφαίνει ὁκόσμος γύρω μας, χαιρόμαστε τὰ πάντα, διαφεντεύουμε τὴν ζωὴ μὲ τὰ χέρια μας, αἰσθανόμαστε φίλοι τοῦΧριστοῦ, «οἰκεῖοι» τοῦΘεοῦκαὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωή, ἀγαπητοί μου.
Κάτι ξέχασα…! Δὲν εἶπα τίποτε γιὰ τὴν κόλαση! Μά! τί νὰ πῶ; τὴν κόλαση τὴν ζοῦμε κάθε μέρα, ἀπὸ ἐδῶἀκόμα. Μιὰ ἁπλὴ περιήγηση στὰ δελτία εἰδήσεων φανερώνει τὴν κόλαση στὴν ὁποία ἤδη ζοῦμε. ἩἘκκλησία μιλάει γιὰ παράδεισο, γιὰ ζωή, γιὰ χαρά, γιὰ Χριστό. Ἔλεγε ἕνας πονεμένος σοφός, ἅγιος ἄνθρωπος: «ἂν μοῦἔλεγαν ὅτι ὁΧριστὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο, θὰ προτιμοῦσα νὰ πάω στὸ Χριστὸ κι ὄχι στὸν παράδεισο». Καὶ κατέληγε: «Κύριε, κι ἂν δὲν ὑπῆρχε παράδεισος θὰ σ’ἀγαποῦσα κι ἂν δὲν ὑπῆρχε κόλαση θὰ σὲ λογάριαζα».
Ὅμως, νὰ σᾶς πῶκάτι καὶ γιὰ τὴν κόλαση. Ξέρετε τί εἶναι κόλαση; Κόλαση εἶναι ἡἔλλειψη κοινωνίας μὲ τὸ Χριστό. Ἡ«κατὰ Χριστὸν» ζωή, ὅπως σᾶς τὴν περιέγραψα, χωρὶς θεία Κοινωνία δὲν εὐδοκιμεῖ. Ὅσα σᾶς εἶπα, εἶναι τὰ δικά μας βήματα πρὸς τὸν Χριστό. Ἡθεία Κοινωνία εἶναι ὁἴδιος ὁΧριστὸς ποὺ ἔρχεται σὰν φῶς γιὰ νὰ φωτίσει τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ χάος μέσα μας. Ζωὴ «κατὰ Χριστὸν» εἶναι τὸ μπόλιασμα τῆς ζωῆς μας στὴν ζωή Του. Χωρὶς αὐτὸ τὸ μπόλιασμα μένουμε ἀγριόδενδρα, χωρὶς καρπούς. Χωρὶς θεία Κοινωνία ἡσχέση μας μαζί Του εἶναι σχέση φιλοσοφική, θεωρητική… καὶ ἡἀγάπη μας πρὸς Ἐκεῖνον εἶναι ἀγάπη …πλατωνική, ἐνῶμὲ τὴν θεία Κοινωνία… γίνεται ἐρωτική, πραγματική, ζωντανή, ζεστή.
Ἐδῶἔρχεται τρομαγμένος, πανικόβλητος ὁπονηρός, νὰ μᾶς ψιθυρίσει τὸ ἔσχατο ψέμμα του: Μά! εἶσαι ἄξιος γιὰ νὰ κοινωνήσεις; Ψέμμα σατανικό, «παγίδα λιμοκτόνος»! Ταπείνωση μᾶς χρειάζεται καὶ λογικὴ συναίσθηση! Γιατί, ποιός εἶναι ἄξιος; Μήπως ἐμεῖς ποὺ σᾶς κοινωνᾶμε; ξέρουμε οἱἱερεῖς, ὅτι πολλὰ πρωϊνὰ Κυριακῶν, ὅταν ξυπνᾶμε, θέλουμε νὰ τρέξουμε μακρυὰ ἀπὸ τὶς Ἐνορίες μας, νὰ πᾶμε νὰ κρυφτοῦμε στὰ βουνά, ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε πόδια νὰ ρθοῦμε ἐδῶ, οὔτε μάτια νὰ κοιτάξουμε τὸ Χριστό. Ὅμως, …ἐρχόμαστε (καὶ μακάρι νὰ μᾶς ὑπολογίσει, ὁφιλάνθρωπος Θεός, ἔστω αὐτὸ τὸ ψυχικὸ κόστος). Λειτουργοῦμε ταπεινωμένοι, γιὰ χάρη σας, ἐπειδὴ ἐσεῖς εἶστε πιὸ ἄξιοι ἀπὸ ἐμᾶς καὶ περιμένετε νὰ κοινωνήσετε ἀπὸ τὰ χέρια μας. Γιὰ χάρη σας, κοινωνᾶμε κι ἐμεῖς. Ἕνα μόνο εἶναι τὸ ἐλαφρυντικό μας, ὅτι δὲν κρίνουμε ποτὲ τὸν ἑαυτό μας ἄξιο. Ἀλλοίμονο σ’αὐτόν, ποὺ κρίνει τὸν ἑαυτό του ἄξιο. Ξέρουμε ὅτι «θὰ κριθεῖχωρὶς ἔλεος, αὐτὸς ποὺ δὲν δείχνει ἔλεος».
Ἀγαπητοί μου, Πατέρες, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές μου.
ὉΘεὸς μᾶς ἔπλασε, ὅμως δὲν τοῦἔχουμε καμμιὰ ὑποχρέωση γι’αὐτό. ὉΧριστὸς σταυρώθηκε γιὰ μᾶς, ὅμως ποτὲ δὲν μᾶς ζήτησε εὐθύνες γι’αὐτό. Μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἐπέμενε συνεχῶς «χαίρετε… πάλι θὰ σᾶς τὸ πῶ, νὰ χαίρεσθε».
Καταλαβαίνετε, ἀδελφοί;
Νηστεύουμε, ἐγκρατευόμαστε, καλλιεργοῦμε τὸν ἑαυτό μας, διορθώνουμε τὸν χαρακτῆρα μας κ.ἄ. ὄχι ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖες ὑποχρεώσεις μας καὶ ἀπαραίτητα καθήκοντα ἀπέναντι στὸ Θεό. Ὅσα κάνουμε, ὅσα στερούμαστε, ὅσα προσφέρουμε στὸ Θεό, εἶναι εὐκαιρίες ποὺ ὠφελοῦν τὸ δικό μας συμφέρον. Δὲν μᾶς ἔπλασε ἀπὸ κάποια ἀνάγκη του, ὁΘεός. Δὲν ὠφελήθηκε ὁΧριστὸς μὲ τὴν σταύρωσή Του. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς, ἔγιναν ὅλα.
ἩΜεγ. Τεσσαρακοστὴ μᾶς ὑποδεικνύει τὸ ὄφελός μας. Βῆμα-βῆμα μᾶς ὁδηγεῖστὸν Ἀναστημένο Κύριο, ποὺ μᾶς πῆρε στὴν πλάτη Του καὶ μᾶς κουβαλάει γιὰ νὰ μᾶς ξεκουράσει: «ἐλᾶτε σὲ μένα οἱκουρασμένοι καὶ οἱβαρυφορτωμένοι κι ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω», μᾶς εἶπε. Ἡζωὴ δὲν εἶναι κούραση, ἡἁμαρτία εἶναι. Τὰ προβλήματα καὶ οἱστενοχώριες δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητα, ἡἀπελπισία μας εἶναι.
ἩΜεγ. Τεσσαρακοστὴ μᾶς φέρνει νίκες, μᾶς προτείνει λύσεις, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ σκλαβιές, μᾶς διώχνει τὶς ψευδαισθήσεις, μᾶς φέρνει στὰ συγκαλά μας, μᾶς φέρνει χαρά. Καὶ ἡμεγαλύτερη χαρά, εἶναι ἡδιαρκὴς παρουσία τοῦΧριστοῦστὴν ζωή μας. Στὴν ζωή μας, ποὺ δυστυχῶς κάποτε τὴν συνηθίζουμε μίζερη, τραγικὴ καὶ ἀπέλπιδα, ἐπειδή, οὔτε τὸ χωράει ὁνοῦς μας, ὅτι ὁΧριστός, ἀκόμα καὶ σ’ἐκείνη τὴν κατάντια μας, δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει.
Τότε, μά! ἀκριβῶς τότε, ἂν ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα μας ἔστω κι ἕναν ψίθυρο μετανοίας, ἂν ἀφουγκραστεῖστὴν καρδιά μας ἔστω κι ἕνα θρόϊσμα ἐλπίδας, ἂν δεῖστὸ πρόσωπό μας ἔστω κι ἕνα δάκρυ ἐμπιστοσύνης, σ’ Ἐκεῖνον λοιπόν, τότε, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦοὐρανοῦΤου ὁΧριστός, ἐξακοντίζεται σὰν ἀστραπή, ἐκτινάσσεται σὰν βολίδα, σχίζει τὸ σύμπαν κι ἔρχεται νὰ μᾶς βρεῖ. Σ’ὅποιο βοῦρκο κι ἂν καθόμαστε, σ’ὅποια σκοτάδια κι ἂν περπατᾶμε, ἔρχεται δίπλα μας, χωρὶς θόρυβο, σιωπηλὸς χωρὶς κουβέντες, κάθεται κοντά μας νὰ μᾶς συντροφεύσει, νὰ μᾶς κάνει παρέα, νὰ μᾶς πεῖ«ἐδῶεἶμαι, μὴ φοβᾶσαι». Περιμένει, περιμένει ὁμεγάλος Ζητιάνος τῆς ψυχῆς μας ν’ἀποφασίσουμε ἐμεῖς. Νὰ ἀποφασίσουμε, πότε θὰ τοῦποῦμε «πᾶμε
Κύριε». Καὶ τότε, ὅταν ποῦμε «πᾶμε Κύριε», μᾶς ἁρπάζει στὴν ἀγκαλιά Του καὶ σὰν σφεντόνα μᾶς ἐπιστρέφει στὴ Βασιλεία Του. Ξέρετε, γιατί; Γιὰ νὰ μᾶς τὴν χαρίσει, ἐπειδὴ κάποτε μᾶς ὀνόμασε κληρονόμους Του.
Μπροστὰ σ’αὐτὴν τὴν Μεγ. Τεσσαρακοστή, ποὺ ἀνοίγεται μὲ τὸν ἀποψινὸ Κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ μπροστά μας, συγχωρέστε με σᾶς παρακαλῶ, Ἱερεῖς τὸν ἀρχιερέα σας, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς τὸν Ἐπίσκοπό σας, ὡς ἄνθρωπο καὶ συνάνθρωπό σας καὶ εὔχομαι, εὐλογῶκαὶ σᾶς συγχωρῶὅλους σας ἀνεξαιρέτως. Ἂς συγχωρεθοῦμε μεταξύ μας γιὰ νὰ μᾶς συγχωρέσει ὅλους, ὁκαλὸς Θεός. Ἀμήν.









