Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Μάνος Χατζιδάκις ή το αίτημα για ουρανό… γράφει η Βασιλική Στεργίου

Σήμερα είναι η ημέρα των γενεθλίων της γέννησής του. Και νιώθω σαν να έχω

πιει ροδόνερο πρωί πρωί. Συνάμα ατενίζω απ΄το παράθυρο μου το κατάλευκο πλεχτό της γιαγιάς μου που στεγνώνει στο σχοινί . Νιώθω μια άφατη χαρά που θέλω να γράψω για εκείνον, τον μοναδικό Μάνο Χατζιδάκι. Για μένα στην μεγάλη τέχνη δεν υπάρχει το ρήμα “υπήρξε”, “δημιούργησε”, “κατόρθωσε”, καθώς το έργο είναι πάντα ζωντανό, παρόν, ερήμην του βιολογικά θανόντος δημιουργού του. Σκιρτά και ανασκιρτά μέσα μου στο εδώ και τώρα όταν το απολαμβάνω. Είναι ένας ενεστώτας διαρκείας γιατί “Ο Μεγάλος Ερωτικός”, το τραγούδι του Κεμάλ, η Αθανασία, “, η “Μόνα Λίζα” και όλα αυτά που με μάγεψαν εξακολουθούν να με μαγεύουν και δεν θα πάψουν ποτέ να επιδρούν σε ένα Τ- ώρα, στο διηνεκές, . Άρα το ανεπανάληπτο έργο του, η μουσική του που επαναανακαλύπτω το εύρος την γοητεία και τη δύναμη της ΑΝΑΓΕΝΕΘΛΙΑΖΟΝΤΑΙ με την έννοια ότι δεν ανήκουν στον γραμμικό χρόνο, αλλά σαν Ιππόκαμποι που πλέουν όρθιοι στο νερό καταλύουν την αρχή και το τέλος: οι μουσικές του είναι κατακόρυφες ποιητικές στιγμές που εξακολουθούν να με αιφνιδιάζουν και να με συνεπαίρνουν. Τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα, θαύμασα και την καίρια άφοβη συμμετοχή του στα κοινά μια Ελλάδας που από τότε παράπαιε μέσα στη παρακμή, την υποκρισία, το δήθεν. Ευθύβολος στις τοποθετήσεις του, με παιγνιώδες χιούμορ και μαζί ευγενής όσο ελάχιστοι και τρυφεΡός, εδώ παίζω με το πασίγνωστο ρω του: αυτό το ρω εγώ το άκουγα πάντα σαν ένα ατίθασο, γελαστό ρυάκι που “πρόδιδε” την ακούσια παιδικότητά του, χαρακτηριστικό μιας ψυχικής εφηβείας που όμως ωρίμαζε ξαφνικά σαν ένα ρόδι που έσκαγε και μας πρόσφερε τα ηχητικά του θαύματα, τα εκρηκτικά ρουμπίνια του. Και επειδή μιλούσε για ουρανό , το αίτημα να κοιτάμε ψηλά φτιαγμένοι όπως πίστευε να βγάλουμε φτερά και να πετάξουμε, του χαρίζω από εδώ μια παραμυθένια φασολιά που φτάνει πέρα από τα σύννεφα. Αλλά δεν ήταν παραμυθατζής ο Μάνος Χατζιδάκις καθώς ήταν ο ίδιος ένας μύθος. Ένας μύθος παλλόμενος από αγάπη για την ζωή, τον έρωτα ,την ελευθερία ,την ομορφιά. Και σαν μύθος είναι – πάλι ενεστώτας – ο πιο ευαίσθητος σύγχρονος ραψωδός. Τον φαντάζομαι μαζί με τον αγαπημένο του εσπρέσσο και τα τσιγάρα του να βάφει γαλάζιο του μέτωπό του την αργή πρωινή ώρα που ξυπνάει , να έχει στη χούφτα του αστέρια απ΄την χθεσινή βόλτα του στον νυχτερινό ουρανό και να λέει χαμογελώντας: “με το γαλάζιο θα κοιμηθώ και με τα άστρα θα ονειρευτώ, Πάρε αγαπημένε Μάνο και αυτήν την πλεχτή ελαφριά κουβέρτα της γιαγιά μου και σκεπάσου. Μυρίζει μητέρα, θάλπος, γιασεμί και τα μοτίβα της μοιάζουν με νιφάδες. Αριστοκρατικές νιφάδες για έναν άνθρωπο που λάτρευε τη ζωή και στην διονυσιακή χορτασιά της. Χαίρε τέκνο που των λαμπερών παίδων η μοιραλοιφή ραίνει τις εύσαρκες παρειές σου, λαδάκι αξόδευτο, γενναιόδωρη δαπάνη της σπάνιας ψυχής σου.

Βασιλική Στεργίου