Μακάρι νὰ ἀνασταίνονταν ἕνας … Α’. (Του Αρχιμανδρίτη π. Νικηφόρου Μανάδη)
Μακάρι νὰἀνασταίνονταν
ἕνας … Α’. (Του Αρχιμανδρίτη π. Νικηφόρου Μανάδη)
ΑΠΟ πόσα ἐργαστήρια σκέψεως δὲν πέρασε αὐτὴἡ σκέψι; Ἂς ποῦμε γενικὰἀπὸὅλα, χωρὶς ἐξαίρεσι. Ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι (μέχρι τὴν κοινὴἀνάστασι) τὸἐπίγειο γεγονὸς ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτὴν τὴν παράκλησι ὑπέβαλε καὶὁ Πλούσιος στὸν Ἀβραάμ. Νὰἀνασταίνονταν δηλαδὴὁΛάζαρος καὶ νὰ κατέρχονταν στὰ πέντε ἀδέλφια του. Νὰ τοὺς ἔλεγε, ὅτι εἶναι ἀλήθεια τὰ μετὰθάνατον αἰώνια καὶ τὶ γίνεται ἐκεῖ. Τὰ δὲἀδέρφια του νὰ πίστευαν στὰ λόγια τοῦ Λαζάρου. Καὶτέλος νὰ μὴν καταντοῦσαν κι αὐτὰ στὸν τόπο τῆς βασάνου, ὅπου ὠδυνᾶτο ὁἴδιος καὶ ζητοῦσε σταγόνα ὕδατος γιὰ δροσιά. Ὅμως ὁ πάτερ Ἀβραὰμ δὲν ὑπέκυψε στὴν πρόκλησι τοῦ δεξιοῦπειρασμοῦ, ἀλλὰ τοῦ εἶπε «ὕπαγε ὀπίσω μου…». Τοῦ εἶπε τὰ λόγια τῆς Ἀλήθειας. Τὸ σκηνικὸαὐτὸ διαπραγματεύεται ὁἅγιος Χρυσόστομος σὲ τέσσερις ὁμιλίες του «Στὸν πλούσιο καὶ τὸν Λάζαρο…» Μigne PG 963-1044.
«Εἶναι ὥρα ὅμως νὰἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ πλουσίου. Σὲ παρακαλῶ, πάτερ, λέγει. Δηλαδὴπαρακαλῶ, δέομαι, ἱκετεύω, «νὰ στείλης στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου τὸν Λάζαρο. Ἐκεῖ βρίσκονται πέντε ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ τοὺς μιλήση ἔντονα, ὥστε νὰ μὴν ἔλθουν καὶ αὐτοὶ σὲ τοῦτον τὸν τόπο τῆς βασάνου».
Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτὸς ἀπέτυχε στὰ προσωπικά του, κάμνει τὴν παράκλησι ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Εἶδες πόσο φιλάνθρωπος καὶἥμερος ἔγινε ἀπὸ τὸ βασανιστήριό του; Αὐτὸς ποὺ περιφρονοῦσε τὸν Λάζαρο ἐνῶἦταν παρών, φροντίζει γιὰἄλλους ποὺ εἶναι ἀπόντες. Αὐτὸς ποὺ προσπερνοῦσε τὸν Λάζαρο ποὺἦταν μπροστὰ στὰ μάτια του, τώρα θυμᾶται αὐτοὺς ποὺ δὲν φαίνονται καὶἀξιώνει γιαὐτοὺς μὲ πολλὴν τιμὴ καὶ ζῆλο. Προσπαθεῖ νὰ ληφθῆ κάποια πρόνοια γιαὐτούς, ὥστε νὰἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ τοὺς περιμένουν. Παρακαλεῖ νὰ σταλῆὁ Λάζαρος στὸ πατρικό του σπίτι, ὅπου ἦταν τὸ σκάμμα τῶν ἀγώνων του καὶ τὸ στάδιο τῆς ἀρετῆς. (Σιγὰ μὴν τὸν ἄκουγαν! Ὅσο ἄκουσαν καὶἄλλαξαν κι ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν τὸν ἄλλο Λάζαρο ἀναστημένο!)
Ἂς τὸν ἰδοῦν δηλαδὴ στεφανωμένο, σκέφτηκε, ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εἶδαν νὰἀγωνίζεται. Αὐτοὶ ποὺἦσαν μάρτυρες τῆς πενίας, τῆς πεῖνας καὶ τῶν μυρίων κακῶν. Αὐτοὶ νὰ γίνουν μάρτυρες τῆς τιμῆς, τῆς μεταβολῆς καὶὅλης τῆς δόξας του. Ὥστε νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ μάθουν καὶἀπὸ τὰ δυό. Νὰμάθουν δηλαδή, ὅτι τὰ δικά μας τὰἀνθρώπινα δὲν σταματοῦν μέχρι τὴν παροῦσα ζωή, καὶ νὰπροετοιμασθοῦν ἔτσι ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ διαφύγουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν κόλασι καὶ τὴν τιμωρία.
Τὶὅμως ἀπάντησε ὁἈβραάμ; «Ἔχουν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες. Ἂς ἀκούσουν αὐτούς». Σὰν νὰ τοῦ εἶπε. Δὲν μεριμνᾶς πιὸ πολὺἐσὺ γιὰ τὰἀδέλφια σου, ὅσο ὁ Θεὸς ποὺ τοὺς ἔπλασε. Ἀπαντώντας ἔτσι, σὰν νὰ τοὺς ἔβαλε μύριους δασκάλους, νὰ τοὺς παραινοῦν, νὰ τοὺς συμβουλεύουν καὶ νὰ τοὺς νουθετοῦν. Αὐτὸς ὅμως πάλι ἐπιμένει. «Ὄχι πάτερ Ἀβραάμ. Ἀλλὰἐὰν κάποιος κατέλθη ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ πιστέψουν σαὐτόν».
Ἀπόδοσι Θεοφανείων 14.1.2021
ἀρ.νι.μα. Συνεχίζεται.
Αὐτὰἀκριβῶς εἶναι λόγια ποὺ λένε πολλοί. Ποῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ σήμερα λένε, «Ποιὸς ἦλθε ἀπὸἐκεῖ; Ποιὸς ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς; Ποιὸς μᾶς εἶπε ὅσα συμβαίνουν στὸν Ἅδη;». Πόσα τέτοια καὶ παρόμοια δὲν εἶχε πεῖ στὸν ἑαυτό του ὁ Πλούσιος ἐκεῖνος κατὰ τὸν καιρὸ ποὺγλεντοκοποῦσε; Διότι δὲν παρεκάλεσε ἔτσι ἁπλᾶ νὰἀναστηθῆἕνας ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Ἐπειδὴ κι αὐτὸς ἀκούγοντας τὰ λόγια τῶν Γραφῶν τὰ καταφρονοῦσε, τὰ κορόϊδευε καὶ θεωροῦσε παραμύθια τὰ λεγόμενα. Ἀπὸ αὐτὸ ποὺἔπασχε ὁἴδιος αὐτὸ θεωρεῖ καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφούς του. Λέει ὅτι καὶαὐτοὶἔτσι σκέφτονται. Ἂν δὲ κάποιος ἀναστηθῆἐκ νεκρῶν δὲν θὰἀπιστήσουν στὰ λόγια του, δὲν θὰ καταγελάσουν, ἀλλὰ θὰ τὰ προσέξουν.
ὉἈβραὰμ ὅμως τὶἀπάντησε; «Ἐὰν δὲν ἀκούσουν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, οὔτε καὶἂν ἀναστηθῆἕνας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς δὲν θὰ τὸν ἀκούσουν». Τὸὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὅτι δηλαδὴὅποιος δὲν ἀκούει τὶς Γραφές, δὲν θὰἀκούση οὔτε κι ἂν ἀναστηθοῦν νεκροί, ἡἀπόδειξί του εἶναι οἱἸουδαῖοι. Αὐτοὶἐπειδὴ δὲν ἄκουσαν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, δὲν πίστεψαν κι ὅταν εἶδαν νεκροὺς ἀναστημένους. Διότι τὴν μιὰ φορὰἐπιχειροῦν νὰ φονεύσουν τὸν Λάζαρο καὶ τὴν ἄλλη ἐπιτίθενται στοὺς ἀποστόλους, ἂν καὶ εἶχαν ἀναστηθῆἐκ νεκρῶν πολλοὶ κατὰ τὴν σταύρωσι.
Γιὰ νὰ μάθης, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν εἶναι ἀξιοπιστότερη ἀπὸ τὰ λόγια τῶν ἐκ νεκρῶν ἀναστημένων, ἐξέτασε ἐκεῖνο. Ὅτι δηλαδὴ κάθε ἀναστημένος εἶναι δοῦλος. Ὅμως ὅσα λέγουν οἱΓραφές, τὰ εἶπε ὁ Δεσπότης μας.








