Όποιος οδηγεί γνωρίζει κάτι απλό.
Μπροστά του έχει ένα μεγάλο παρμπρίζ. Πίσω του έναν μικρό καθρέφτη.
Το παρμπρίζ είναι μεγαλύτερο γιατί ο δρόμος βρίσκεται μπροστά. Αλλά αν δεν κοιτάξεις ποτέ τον καθρέφτη, αργά ή γρήγορα θα κάνεις λάθος.
Κάπως έτσι συμβαίνει και με την ιστορία.
Δεν κοιτάζουμε πίσω για να μείνουμε στο παρελθόν. Κοιτάζουμε πίσω για να καταλάβουμε καλύτερα τον δρόμο που ανοίγεται μπροστά μας.
Στις 29 Αυγούστου, στη «Λεωφόρο της Μνήμης», περπατήσαμε μέσα στην ιστορία της εργασίας και του εργατικού κινήματος.
Είδαμε φωτογραφίες, πρόσωπα και τεκμήρια μιας άλλης εποχής. Ανθρώπους που εργάστηκαν, δημιούργησαν και αγωνίστηκαν. Πολλοί από αυτούς δεν έγιναν ποτέ γνωστοί. Τα ονόματά τους δεν γράφτηκαν στα μεγάλα βιβλία της Ιστορίας.
Έμειναν, όμως, όσα κατάφεραν.
Το ωράριο. Η ασφάλιση. Η άδεια. Η προστασία στην εργασία. Η συλλογική διεκδίκηση.
Τίποτε από αυτά δεν χαρίστηκε.
Και τίποτε δεν ήρθε μόνο του επειδή προχώρησε η τεχνολογία.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορεί να μας πει το παρελθόν για το μέλλον.
Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή υποσχέθηκε ότι η εργασία θα γίνει ευκολότερη, ταχύτερη και πιο παραγωγική. Πολλές φορές το πέτυχε.
Δεν εξασφάλισε, όμως, από μόνη της ότι η ζωή του εργαζομένου θα γίνει καλύτερη.
Ο Μαρξ έγραψε για την υπεραξία πολύ πριν υπάρξουν υπολογιστές, αλγόριθμοι και Τεχνητή Νοημοσύνη. Το ερώτημα, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σύγχρονο: όταν η τεχνολογία επιτρέπει σε έναν εργαζόμενο να παράγει περισσότερα σε λιγότερο χρόνο, ποιος καρπώνεται αυτή την αύξηση της παραγωγικότητας;
Σήμερα, μπροστά μας βρίσκεται η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Μπορεί να γράψει, να υπολογίσει, να αναλύσει, να οργανώσει και να δημιουργήσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξει την εργασία.
Την αλλάζει ήδη.
Αν μια εργασία που χρειαζόταν τέσσερις ώρες μπορεί πλέον να γίνει σε μία, τι θα συμβεί με τις άλλες τρεις;
Θα κερδίσει χρόνο ο εργαζόμενος;
Θα πληρωθεί καλύτερα;
Θα εργαστεί με μεγαλύτερη ασφάλεια και λιγότερη πίεση;
Θα μπορέσει, ίσως, να γυρίσει μία ώρα νωρίτερα στο σπίτι του;
Ή απλώς θα του ζητηθεί να κάνει τέσσερις φορές περισσότερη δουλειά;
Γιατί ο χρόνος που εξοικονομεί η τεχνολογία δεν είναι μόνο χρόνος παραγωγής.
Είναι και χρόνος ανθρώπινης ζωής.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό.
Και υπάρχει εδώ μια ενδιαφέρουσα ειρωνεία: ένα σύστημα που δημιουργήθηκε για να μας δίνει απαντήσεις, δεν μπορεί να δώσει την απάντηση στο πιο ουσιαστικό ερώτημα.
Γιατί αυτή δεν είναι τεχνολογική ερώτηση.
Είναι κοινωνική, οικονομική και, τελικά, βαθιά ανθρώπινη.
Αφορά το τι θεωρούμε πραγματική πρόοδο. Τι θέση θέλουμε να έχει η εργασία στη ζωή μας. Αν η αύξηση της παραγωγικότητας θα μεταφραστεί μόνο σε περισσότερη παραγωγή ή και σε καλύτερη ζωή. Και, τελικά, τι είδους κοινωνία θέλουμε να χτίσουμε.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε κάποιον αλγόριθμο.
Εξαρτάται από εμάς.
Στις 3 Οκτωβρίου, στο 3ο Φόρουμ Εργασίας Φλώρινας, θέλουμε να συζητήσουμε ακριβώς αυτό: όχι μόνο τι μπορεί να κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά τι θέλουμε εμείς να κάνει για τον άνθρωπο και την εργασία.
Και αυτή η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους εργαζομένους. Αφορά τις επιχειρήσεις, τους κοινωνικούς εταίρους, την Πολιτεία και τελικά ολόκληρη την κοινωνία.
Γιατί η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ένα εξαιρετικό εργαλείο. Μπορεί να απαλλάξει ανθρώπους από κουραστικές και επαναλαμβανόμενες εργασίες, να αυξήσει την παραγωγικότητα, να δημιουργήσει νέες δυνατότητες για τις επιχειρήσεις και νέες ευκαιρίες για τους εργαζομένους.
Το ζήτημα είναι με ποιους όρους θα γίνει αυτό και πώς το όφελος της προόδου θα φτάσει και σε εκείνους που εργάζονται για να το δημιουργήσουν.
Ίσως, λοιπόν, η απόσταση ανάμεσα στη «Λεωφόρο της Μνήμης» και στο 3ο Φόρουμ Εργασίας Φλώρινας να μην είναι τελικά τόσο μεγάλη όσο φαίνεται.
Στη μία κοιτάξαμε πίσω για να θυμηθούμε πώς φτάσαμε μέχρι εδώ.
Στο άλλο θέλουμε να κοιτάξουμε μπροστά και να συζητήσουμε πού θέλουμε να πάμε.
Γιατί ο δρόμος βρίσκεται μπροστά.
Ο καθρέφτης, όμως, μας θυμίζει κάτι σημαντικό:
η πρόοδος δεν γίνεται δίκαιη από μόνη της.
Και το μέλλον της εργασίας δεν θα το αποφασίσει η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Θα το αποφασίσουμε εμείς
Κωνσταντίνος Σιάκος
Πρόεδρος ΕΚΦ










