ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΛΥΠΗ… ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ π. ΧΡ.ΜΑΝΑΔΗ, ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ, ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΛΥΠΗ… ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ π. ΧΡ.ΜΑΝΑΔΗ, ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ, ΠΡΕΣΠΩΝ ΚΑΙ ΕΟΡΔΑΙΑΣ
Ἐκφωνήθηκε τὴν Β’ Κυριακὴ Νηστειῶν 4.3.2018
στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Ἰωάννου Πτολεμαΐδος
ὑπὸ ἀρχιμ.Νικηφόρου π’’Χρ.Μανάδη,
πρωτοσυγκέλλου Ἱ.Μητροπόλεως
Φλωρίνης, Πρεσπῶν καὶ Ἑορδαίας.
Η ΠΡΩΤΗ φωνὴ τοῦ ἀντίθεου κοσμικοῦ φρονήματος ἀκούστηκε μέσα στὸν παράδεισο. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάτη τοῦ ὄφεως. Σαὐτὴν πίστεψε ὁ ἄνθρωπος καὶ ξεγελάσθηκε. Ἀντὶ ὅμως νὰ γίνουν αὐτὰ ποὺ τοὺς ὑποσχέθηκε, δυστυχῶς ἔγιναν τὰ τραγικῶς ἀντίθετα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ ζεῦγος τῶν δύο λυπῶν τοῦ τίτλου μας κάμνει τὴν ἔναρξί του μέσα στὸν παράδεισο. Προηγήθηκε τὸ ἀπατηλὸ κήρυγμα τοῦ κακοῦ γείτονα καὶ ἀκολούθησαν ἡ πτῶσι, ἡ ἐνοχὴ καὶ ἡ ὀδύνη τῶν πρωτοπλάστων. Ὁ πρῶτος θρῆνος ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι τοῦ Ἀδάμ. Εἶναι τὸ προσφιλὲς θέμα τῶν ὑμνωδῶν τῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου. «Συνάλγησον, Παράδεισε, τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι». «Οἴμοι! ὁ Ἀδάμ, ἐν θρήνῳ κέκραγεν, ὅτι ὄφις καὶ γυνή, θεϊκῆς παρρησίας με ἔξωσαν».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιπλήττει σκληρὰ τοὺς Κορινθίους στὴν Α’ ἐπιστολή του γιὰ ἕνα βαρὺ ἠθικὸ γεγονός, ποὺ εἶχε συμβεῖ στὴν νεόφυτη ἐκκλησία τους. «Παρὰ Κορινθίοις ἐπίσημός τις ἀνὴρ ἁμαρτίαν εἰργάσατο τοιαύτην, οἵα οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὠνομάζετο. Πιστὸς δὲ οὗτος ἦν, καὶ τῶν ὠκειωμένων Χριστῷ. Τινὲς δὲ αὐτὸν καὶ τῶν ἱερωμένων εἶναί φασι» (Ἰω Χρυσ πρὸς Θεόδωρον ἐκπεσόντα ΕΠΕ 28,776).
Ἡ ἐπίπληξι αὐτὴ εἶχε ὡς συνέπεια τὴν λύπη τῶν Κορινθίων καὶ τὴν μετάνοια γιὰ τὸ θλιβερὸ γεγονός. Ἐπανέρχεται στὴν Β’ ἐπιστολή του γιὰ τὸ ἴδιο θέμα καὶ τοὺς λέγει τὰ ἑξῆς. «Νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ’ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν, ἵνα ἐν μηδενὶ ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν. ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται. ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται. ἰδοὺ γὰρ αὐτὸ τοῦτο, τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθῆναι ὑμᾶς, πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλὰ ἀπολογίαν, ἀλλὰ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλὰ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλὰ ἐκδίκησιν» (Β’ Κορινθίους 7,9-11).
Μὲ ἁπλᾶ λόγια αὐτὰ σημαίνουν τὰ ἑξῆς. Κορίνθιοι, «χαίρομαι, ὄχι διότι ἁπλᾶ λυπηθήκατε, ἀλλὰ διότι ἡ λύπη σας κατέληξε σὲ μετάνοια. Λυπηθήκατε, ὅπως θέλει ὁ Θεός, ὥστε νὰ μὴ ζημιωθῆτε σὲ τίποτα ἐξ αἰτίας μας. Διότι ἡ κατὰ Θεὸν λύπη παράγει μετάνοια, ἡ ὁποία καταλήγει στὴν σωτηρία, γιὰ τὴν ὁποία κανεὶς δὲν μετανοιώνει. Ἡ λύπη ὅμως ἡ κοσμικὴ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸν θάνατο. Ἐξετάστε, ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ γεγονός. Τὸ ὅτι δηλαδὴ λυπηθήκατε, ὅπως θέλει ὁ Θεός. Αὐτὸ πόση προθυμία γέννησε μέσα σας, πόση ἀνάγκη ἀπολογίας, πόση ἀγανάκτησι γιὰ τὴν ἁμαρτία, πόσον φόβο, πόσον πόθο, πόσον ζῆλο καὶ πόσην ἐπιθυμία γιὰ τὴν τιμωρία τοῦ κακοῦ»!
Ὁ ἀπόστολός μας βεβαίως εἶχε συγκεκριμένο λόγο καὶ στόχο γράφοντας τὰ παραπάνω στοὺς Κορινθίους τοῦ καιροῦ του. Τὰ λόγια του ὅμως αὐτὰ εἶναι διαχρονικὰ καὶ ἔχουν πολλὲς πρακτικὲς ἐφαρμογὲς στὸν βίο τῶν χριστιανῶν. Αὐτὴν τὴν ὁλοζώντανη ἐπικαιρότητα ἐξ ἄλλου διαθέτει ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὸ ἀσφαλῶς σημαίνει, ὅτι καὶ σήμερα εἶναι ἐπίκαιρα καὶ μποροῦμε νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ πνευματικὴ ὠφέλεια καὶ καταρτισμό μας.
Χρησιμοποιώντας λοιπὸν τὰ λόγια του σὰν ὁδηγὸ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐρευνήσουμε τοῦτο τὸ θέμα. Πῶς καὶ γιὰ ποιὸ σκοπὸ δηλαδὴ λυπεῖ ὁ κόσμος-ἡ ἁμαρτία τὸν ἄνθρωπο, καὶ πῶς καὶ γιὰ ποιὸ σκοπὸ λυπεῖ ὁ Θεός.
Ἀνατρέχουμε στὴν ἱερὴ ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ δανειζόμαστε διδακτικότατο γεγονός. «Φάνηκαν πονηρά, λέει, στὸν Θεό, ὅσα ἔκαμε ὁ Δαυίδ σχετικὰ μὲ τὸν Οὐρία καὶ τὴν γυναῖκα του. Γιαὐτὸ ἀποστέλλει τὸν ἄσημο προφήτη Νάθαν στὸν πανίσχυρο βασιλιᾶ. Ὁ Νάθαν πλάθει ἐνώπιόν του μιὰ ἱστορία μὲ νόημα καὶ σκοπό. Μόλις ὁ προφήτης εἶπε τὰ λόγια του ὁ Δαυΐδ ἔβγαλε καταδικαστικὴ ἀπόφασι γιαὐτὸν ποὺ διέπραξε τὸ διπλὸ ἔγκλημα καὶ μάλιστα τοῦ κατελόγισε ἑπταπλάσια ἐξόφλησι. Ὅμως ὁ προφήτης συνεχίζη καὶ εὐθαρσῶς καταγγέλλει, ὅτι ὁ δράστης τοῦ ἐγκλήματος ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς. Τότε ὁ Δαυΐδ ὁμολόγησε ταπεινά, «ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ». Ὁ δὲ προφήτης εἶπε «καὶ ὁ Κύριος παρεβίβασε-συγχώρεσε τὸ ἁμάρτημά σου».
Ὁ Νάθαν μαζὶ μὲ τὸν ἔλεγχο τῶν ἁμαρτημάτων λέγει στὸν Δαυΐδ καὶ τὰ ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν ὡς παιδαγωγία καὶ ἐξόφλησι τῶν πράξεων. «Δὲν θὰ λείψουν ἀπὸ τὸ σπίτι σου τὰ μαχαιρώματα. Θὰ σοῦ στείλω πολλὲς συμφορές. Θὰ πάρω τὶς γυναῖκες σου μπροστὰ στὰ μάτια σου. Θὰ τὶς δώσω σὲ διπλανούς σου καὶ θὰ τὶς ἀτιμάσουν φανερά. Ὅσα ἔπραξες κρυφά, θὰ σοῦ τὰ ἀνταποδώσω φανερά, στὸ φῶς τοῦ ἥλιου» (Β’ Βασιλειῶν 12,1-13).
Ἀδελφοί μου, ἂς ἀναρωτηθοῦμε κι ἐμεῖς γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας, πόσες θλίψεις στὴ ζωή μας ἐνδεχομένως νὰ εἶναι ἐξόφλησι ξεχασμένων ἁμαρτιῶν μας;…
Καρπὸς τῆς μετανοίας τοῦ Δαυΐδ εἶναι οἱ ἑφτὰ Ψαλμοὶ τῆς μετανοίας 6,31,37,50,101,129, καὶ 142, τοὺς ὁποίους διαβάζουμε καὶ εἶναι ἐπίκαιροι μέχρι σήμερα. Ἔμεινε δὲ στὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν μας ὁ 50ος Ψαλμὸς ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ψαλμὸς τῆς μετανοίας, τὰ λόγια τοῦ ὁποίου ἐκφράζουν τὴν μετάνοια ὅλων μας. Τὸ πικρὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ξεγελάσματός του ἀπὸ τὸ καταστροφικὸ φρόνημα τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ θανατηφόρου λουτροῦ ἦταν τὸ διπλὸ ἁμάρτημά του.
Μετενόησε ὁ Δαυΐδ γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του, στιγμάτισε παγκόσμια καὶ αἰώνια τὸν ἑαυτό του, πόνεσε, κατανύχθηκε καὶ ἔκλαψε. Τὸ ἱστορικὸ τῆς πτώσεώς του εἶναι καταγραμμένο μὲ ἀκρίβεια καὶ χωρὶς κρυφτούλια. Ὅ,τι ἔγινε κρυφά, καταγράφηκε μὲ σαφήνεια δημοσιογραφική. Ὕστερα ἀπὸ τὸν προφητικὸ ἔλεγχο ἀκολούθησε ἡ μεταμέλεια καὶ ὁ πόνος. Ὁ πόνος ὅμως αὐτὸς καὶ ἡ κατὰ Θεὸν λύπη, ποὺ ἀκολούθησαν τὴν μετάνοιά του, τὸν κατέστησαν αἰώνιο παράδειγμα καὶ ὑπόδειγμα μετανοίας. «Τύπον ἡμῖν ἐπιγνώσεως ἁμαρτημάτων καὶ ἐξομολογήσεως τὴν τοῦ προφήτου Δαυΐδ μετάνοιαν πρὸς συγχώρησιν ὑποδείξας», διαβάζουν στὴν 10η εὐχὴ τοῦ ὄρθρου οἱ λειτουργοὶ ἱερεῖς.
Γιὰ τὴν μετάνοια τοῦ Δαυΐδ παραθέτουμε μόνο τρία παραστατικὰ σχόλια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Λέγει, «Ἂς μιμούμαστε κι ἐμεῖς τὴν ἐξομολόγησι τοῦ Δαυΐδ. Διότι ἂν δὲν θελήσουμε νὰ κλάψουμε ἐδῶ, ἀναγκαστικὰ θὰ κλάψουμε ἐκεῖ. Θὰ ὀδυρώμαστε καὶ θὰ κλαῖμε. Μετὰ θάνατον βέβαια θὰ εἶναι ἀνώφελα. Ἐδῶ ὅμως στὴ γῆ ἔχει κέρδος. Ἐκεῖ στὰ αἰώνια θὰ εἶναι μὲ ντροπή, ἐνῶ ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι μὲ πολλὴ εὐκολία» (Ἰω Χρυσ ΕΠΕ 5,264). «Δὲν θαυμάζω τόσο τὸν Μωϋσῆ, ποὺ ἔβγαλε πηγὲς νερῶν ἀπὸ τὸν βράχο, ὅσο θαυμάζω τὸν Δαυΐδ, διότι ἔβγαλε ἀπὸ τὰ πετρωμένα μάτια του πηγὲς δακρύων» (Ἰω Χρυσ ΕΠΕ 8α,256). «Ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ἐννοῶ τὸν Δαυΐδ τὸν ἐκλεκτὸ βασιλιᾶ καὶ προφήτη, … ἔπαιρνε τὰ φάρμακα. Ποιὰ ἦταν αὐτά; Νηστεία, δάκρυα, θρῆνοι, προσευχὲς συνεχεῖς καὶ τὸ νὰ δημοσιεύη συνεχῶς τὴν ἁμαρτία. Μὲ ὅλα αὐτὰ ἔκαμε τὸν Θεὸ ἐλεήμονα ἀπέναντί του καὶ ἐπανῆλθε στὴν πρώτη ἀξία του» (Ἰω Χρυσ πρὸς Θεόδωρον μοναχὸν ΕΠΕ 28,722-724).
ΕΝΑΣ ἁπλὸς περίπατος μόνο στοὺς Ψαλμοὺς τῆς μετανοίας δείχνει τὸ βάρος τῆς λύπης ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Στὸν 6ο Ψαλμὸ τρεῖς φορὲς ἀναφέρεται τὸ ρῆμα ἐταράχθη. «Ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου, ἐταράχθη ἡ ψυχή μου, ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου». Ἔγινε ὅ,τι θὰ γινόταν, ἂν ἔλυωνε ὁ σιδερένιος σκελετὸς σὲ μιὰ σιδηροκατασκευή! Μετὰ ἀπὸ τὰ ρήματα ποὺ παρετέθησαν τὶ ἄλλο ἔμεινε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Πλήρης ταραχὴ καὶ σεισμός στὴν ὕπαρξί του. Ἡ κορῶνα βέβαια τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι ὁ κόπος ἀπὸ τὸν στεναγμὸ καὶ τὰ ἀσταμάτητα δάκρυα μέχρι τὸ σημεῖο νὰ καταβρέχεται τὸ κρεββάτι καὶ τὸ στρῶμα τοῦ ὀδυνωμένου ἁμαρτήσαντος. Αὐτὴ τελικὰ εἶναι ἡ βαρύτερη ταραχὴ καὶ ἡ ὑπόσχεσι τοῦ δολίου πειράζοντος στὸν ξεγελασμένο ἄνθρωπο.
ΣΤΟΝ 31ο Ψαλμὸ μακαρίζεται αὐτὸς στὸν ὁποῖο ἀφέθηκαν οἱ ἀνομίες καὶ οἱ ἁμαρτίες. Μακαρίζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς δὲν κρατάει λογαριασμὸ τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς θέλησε νὰ κρυφθῆ, σὰν τοὺς πρωτοπλά-στους καὶ τὴν στρουθοκάμηλο, τάχα πὼς θὰ ξέφευγε, γιαὐτὸ ὁ μισθὸς τῆς ἁμαρτίας ἦταν νὰ παλιώσουν καὶ νὰ σαπίσουν τὰ ὀστᾶ του. Εἶδε τὸ παιδαγωγικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ βαρὺ πάνω του. Τὸ δὲ μέγα ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας ἦταν ἡ ταλαιπωρία ἀπὸ τὸ τυραννικὸ ἀγκάθι τῆς συνειδήσεως μέρα νύχτα. Τὰ λόγια τοῦ πειρασμοῦ στὸ τέλος ἀποδείχθηκαν πολὺ βαριὰ μαστίγια ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ ξεγελασμένου ἁμαρτωλοῦ.
ΣΤΟΝ 37ο Ψαλμὸ ὁ ἁμαρτωλὸς στὸν πρῶτο στίχο ξεκινάει μὲ τὴν λῆψι τοῦ ζητουμένου. Λέει, «Κύριε, μὴ μὲ ἐλέγξης μὲ θυμὸ καὶ μὴ μὲ παιδέψης μὲ ὀργή». Ἕνας ἁμαρτωλὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ λέει τὶ πρέπει νὰ τὸν κάνη ἢ νὰ μὴν τὸν κάνη! Σὰν δηλαδὴ ἕνας ἐγκληματίας δικαζόμενος γιὰ δυὸ βαριὰ ἐγκλήματα νὰ λέη στὸ κακουργοδικεῖο τὶ νὰ μὴν τὸν κάνουν οἱ δικασταί του, καὶ αὐτοὶ νὰ τὸν ἀκοῦν καὶ νὰ πράττουν αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε!! Οἱ ὑπόλοιποι εἴκοσι στίχοι εἶναι μιὰ τραγωδία. Ὅλη ἡ ὕπαρξι τοῦ ἁμαρτωλοῦ εἶναι καταπληγωμένη ἀπὸ βέλη. Τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ εἶναι ἄρρωστα ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας. Οἱ ἀνομίες ξεπέρασαν ἀκόμη καὶ τὸ κεφάλι του. Ὁ πειράζων στὴν ἀρχὴ ἔταζε τὴν ἰσοθεΐα, ἀλλὰ ὁ ἁμαρτωλὸς στὸ τέλος κατάλαβε πόσο βαρὺ φορτιὸ ἦταν ἡ ἁμαρτία. Δὲν ἦταν δὲ μόνο τὸ ἀβάσταχτο φορτιό, ἀλλὰ συγχρόνως οἱ πληγές εἶχαν καὶ ἀπαίσια σαπίλα καὶ βρωμιά. «Κατεκάμφθην ἕως τέλους, σκυθρωπάζων ἐπορευόμην, τὰ λαγόνια μου γέμισαν ἐμπαιγμούς, ξευτελίσθηκα πολύ, ἡ καρδιά μου ταράχθηκε, μὲ ἐγκατέλειψε ἡ δύναμί μου καὶ ἡ ὅρασί μου, φίλοι καὶ συγγενεῖς ἀπομακρύνθηκαν, τέλος ἔμεινα σὰν ἀποσβωλωμένος». Εὐτυχῶς ὅμως στὸ τέλος δὲν καταλήγει στὴν ἀπόγνωσι, ἀλλὰ στὴν ἐλπίδα. «Μὴ ἐγκαταλείπης με, πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε».
Ὁ 50ος Ψαλμὸς βεβαίως εἶναι ὁ σημαιοφόρος ὅλων τῶν μετανοούντων. Πόσο λάθος ἔκανα; Ἄλλο μοῦ εἶπε καὶ ἄλλο ἦταν. Μοῦ εἶπε ὅτι αὐτὸ θεωρεῖται λεβεντιὰ καὶ ἐξυπνάδα, ὅτι ὅλοι σήμερα ἔτσι κάνουν, ὅτι ἂν δὲν κάνης κι ἐσὺ ἔτσι, θὰ σὲ θεωρήσουν ὀπισθοδρομικό. Ὅμως κατάλαβα καλά, ὅτι ξεγελάσθηκα πολύ. Γιαὐτὸ σὲ παρακαλῶ «ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί. Μὴ ἀπορρίψης με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου». Ὁ 50ος Ψαλμός, ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ψαλμὸς τῆς μετανοίας, μὲ ἁπλᾶ λόγια στήριξε, κατένυξε, καὶ ἔφερε στρατιὲς μετανοούντων στὸν παράδεισο.
Ὁ 101ος Ψαλμὸς κραυγάζει πρὸς τὸν Κύριο. Ζητάει νὰ μὴν τὸν περιφρονήση, νὰ τὸν ἀκούση καὶ μάλιστα γρήγορα, διότι: χάνεται σὰν καπνὸς ἡ ζωή του. Τὰ ὀστᾶ του κάηκαν σὰν τὰ τσάκνα, «ὡσεὶ φρύγιον συνεφρύγησαν». Ἡ καρδιά του ξεράθηκε σὰν τὸ χορτάρι. Ἀπὸ τὴν πολλὴ κραυγὴ ἔγινε πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἔγινε σὰν ἐρημικὸς πελεκᾶνος καὶ σὰν νυχτοκόρακας. Ἔγινε σὰν ξεμοναχιασμένο σπουργιτάκι πάνω στὴ σοφίτα. Οἱ ἐχθροὶ τὸν ἐμπαίζουν ὅλην τὴν ἡμέρα, ἀλλὰ καὶ ὅσοι τὸν ἐπαινοῦσαν τώρα ὁρκίζονται ἐναντίον του. Ἀντὶ γιὰ ψωμὶ τρώει στάχτη καὶ τὸ νερὸ τὸ ἀνακατεύει μὲ δάκρυα. Οἱ μέρες τῆς ζωῆς του τρέχουν σὰν τὴ σκιὰ καὶ ξεράθηκε σὰν χορτάρι. Πόσο πικρὴ εἶναι ἡ λύπη ποὺ προξενεῖ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου; Τέλος ὁ ψαλμωδὸς καταλήγει μὲ τὸν ἔπαινο τοῦ μεγαλείου τοῦ Κυρίου του ἔναντι ὅλων.
Ὁ 129ος Ψαλμὸς ἀπὸ τὴν πρώτη σειρά του κιόλας τὰ λέει ὅλα. Εἶναι ἡ ἐκ βαθέων ἐκφραστικὴ κραυγὴ τῆς μετάνοιας. Κραυγὴ ἀποφάσεως γιὰ διόρθωσι, καταγνώσεως τοῦ ὀκνηροῦ λογισμοῦ, ἀναγνωρίσεως τοῦ λάθους καὶ πίκρας κατὰ τοῦ πλάνου πονηροῦ, ποὺ ξεγελᾶ μὲ τὶς μοθοδεῖες του τὸν ἄνθρωπο. Ἡ μετάνοια πρέπει νὰ εἶναι κραυγὴ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος ποὺ διαθέτουν τὰ σωθικά τοῦ ἀνθρώπου. Ἐσὺ Κύριε, θὰ μᾶς λυτρώσης ἀπὸ ὅλες τὶς ἀνομίες μας.
Ὁ ἕβδομος καὶ τελευταῖος ψαλμὸς τῆς μετανοίας εἶναι ὁ 142ος. Εἶναι ὁ πασσίγνωστος ἕκτος Ψαλμὸς «Κύριε εἰσάκουσον» τοῦ ἑξαψάλμου. Σὲ πόσους Ὄρθρους, σὲ Παρακλήσεις καὶ Ἀπόδειπνα διαβάζεται κάθε μέρα στὴν ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας; Προτάσσεται σαὐτὲς τὶς ἀκολουθίες ὡς παρακλητικὸ κλειδί, γιὰ νὰ ξεκλειδώση τὴν ἀκοὴ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀκουστῆ ἡ προσευχή. Νοιώθοντας τὸ βάρος τῶν πεπραγμένων ὁ ἄνθρωπος ζητάει, ὅπως καὶ στὸν 6ο Ψαλμὸ νὰ μὴν προχωρήση ὁ Κύριος ὡς δικαστής, διότι κανένας ζωντανὸς δὲν μπορεῖ νὰ δικαιωθῆ ἐνώπιόν του. Τὸ τραγικὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο εἶναι, ὅτι αὐτὸς ποὺ ἦρθε καὶ τοῦ ἔταξε τόσα πολλά, μέχρι καὶ ἰσοθεΐα, τελικὰ ἀπεδείχθη ὁ σκληρότερος διώκτης του. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας ἦταν ὁ ἐξευτελισμὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑπάρξεώς του, μέχρι ποὺ ἔφτασε στὸ χῶμα ἀπὸ ὅπου καὶ πλάσθηκε. Ὁμολογεῖ, ὅτι μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔπαθε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸ πνεῦμα του ἔφθασε στὴν ὀδυνηρὴ ἀκηδία, ἡ ὁποία στραγγαλίζει τὴν καρδιά του καὶ τὶς δυνάμεις τῆς ὑπάρξεώς του. Ὁ πόθος μου στρέφεται ὅλος σὲ σένα, ὅπως ἡ ἄνυδρη γῆ ἐπιθυμεῖ τὴν βροχή. Ἔσβυσε τὸ φῶς μου. Μὴ ἀποστρέφης τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ μένα, διότι σβύνει ἡ ζωή μου σὰν νὰ μπαίνω στὸν τάφο. Τὸ ἔλεός σου ἂς μὲ ἀκούση γρήγορα, διότι μόνο σὲ σένα στηρίζω τὴν ἐλπίδα μου καὶ τέλος δεῖξε μου ποιὸν δρόμο νὰ ἀκολουθῶ.
Κατὰ τὴν λειτουργικὴ χρῆσι του ὁ Ψαλμὸς τελειώνει μὲ διπλῆ ἀνάγνωσι τοῦ στίχου στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος λέει στὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀκούση ἡ δικαιοσύνη του καὶ νὰ τελειώση ἐκεῖ, χωρὶς νὰ προχωρήση ἡ διαδικασία τῆς δίκης. «Εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου, καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου». Μάλιστα δὲ λέγεται, ὅτι αὐτὸς ὁ στίχος θὰ εἶναι καὶ ὅλη ἡ Δευτέρα Παρουσία! Εἴθε νὰ εἶναι ἔτσι!
Ἀπόσταγμα πνευματικῆς ἐμπειρίας γιὰ τὶς δύο λῦπες εἶναι ὁ λόγος τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ. Λέγει, «Στὴν παροῦσα ζωὴ ὑπάρχουν δύο θλίψεις στὶς ὁποῖες ἐμπλέκεται ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζῆ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἡ μία εἶναι κατὰ Θεόν. Ἡ δεύτερη εἶναι τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περάση κάποιος ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωὴ χωρὶς νὰ γευθῆ κάποια ἀπ’ αὐτές. Θὰ δοκιμάση ἢ τὴν λύπη τοῦ Θεοῦ, ἢ τὴν λύπη τοῦ κόσμου. Ἡ μὲν λύπη τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος εἶναι σκληρὴ καὶ ἄμισθος. Ἡ λύπη ὅμως τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐλπίδα αἰωνίου ζωῆς» (εἰς τὸ Πρόσεχε σεαυτῷ κεφ. 5ο τ.Β’σελὶς 154).
Σχετικὰ μὲ τὸ ἁμαρτωλὸ φρόνημα τοῦ κόσμου γράφει ἐντελῶς ἀποτρεπτικὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Ρωμαίους 12,2. «Μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ». Αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγοντας. «Τὸ σχῆμα τοῦ παρόντος κόσμου εἶναι χαμαίζηλο-γήϊνο, τιποτένιο καὶ πρόσκαιρο. Δὲν ἔχει τίποτε ὑψηλό, οὔτε μόνιμο, οὔτε εὐθυτενές. Ὅλα τὰ ἔχει διεστραμμένα» (ΕΠΕ 17,440).
Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ὅμως φθάνη μέχρι καὶ τοῦ σημείου νὰ δέχεται τὴν μετάνοια ἀκόμη καὶ μὲ ποσοστά. «Ἔστω κι ἂν κάποιος δὲν δείξη ὅλη τὴν μετάνοια, ὁ Θεὸς καὶ γιαὐτὴν τὴν ἐλάχιστη ἐξασφαλίζει πολὺ μισθό. Ἀκόμη καὶ τὴν ἐλάχιστη μετάνοια δὲν τὴν περιφρονεῖ. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ ὅσα λέγει ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιὰ τοὺς Ἰουδαίους μὲ ἀφορμὴ τὸν ἀσεβῆ βασιλιᾶ Ἀχαάβ. «Ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του τὸν λύπησα λίγο καὶ τὸν βασάνισα καὶ ἀπέστερεψα τὸ πρόσωπό μου ἀπὸ αὐτόν, καὶ λυπήθηκε καὶ κατσούφιασε καὶ τὸν θεράπευσα καὶ τὸν παρηγόρησα». Θὰ μαρτυροῦσε σὲ μᾶς ἀκόμη κι ἐκεῖνος ὁ ἀσεβὴς βασιλιᾶς, ποὺ εἶχε παραδοθῆ στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὴν γυναῖκα του τὴν Ἰεζάβελ. Ἐπειδὴ ὅμως πένθησε καὶ ντύθηκε μὲ λινάτσα καὶ κατηγόρησε τὰ λάθη του, ἔτσι προσέλκυσε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ ὅλα τὰ ἁμαρτήματά του καὶ ἀπὸ τὶς τιμωρίες ποὺ τὸν περίμεναν. Λέγει ἡ διήγησι, «Εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἠλία. Εἶδες πῶς κατανύχτηκε ὁ Ἀχαάβ, ἐνώπιόν μου; Γιαὐτὸ δὲν θὰ στείλω τὶς τιμωρίες στὸν καιρὸ τῆς βασιλείας του. Ἐπειδὴ ἔκλαψε ἐνώπιόν μου» (Γ’ Βασιλειῶν 20,29· Ἰω Χρυσ Εἰς Θεόδωρον ἐκπεσόντα ΕΠΕ 28,768).
Στὰ ἀνωτέρω βλέπουμε, πῶς ἐνεργεῖ ἡ μεγαλειώδης φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἀκόμη καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη! Λυπεῖ ὁ Θεὸς λίγο ἕναν ἀσεβῆ Ἀχαὰβ ποὺ τὸν ἐξωθοῦσε στὸ κακὸ μιὰ ἀσεβέστατη βασίλισσα, μόνο γιὰ νὰ σκυθρωπάση καὶ στὸ τέλος δὲν τὸν τιμωρεῖ, ἀλλὰ τὸν ἐλεεῖ. Βλέπουμε κι ἐδῶ τὴν ἄβυσσο τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία θαυμάζει ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος γράφοντας στὸ Κεκραγάριο (περὶ Συντριβῆς 9ο σελίδες 314-315) γιὰ τὶς τρεῖς ἀβύσσους. Αὐτὲς εἶναι ἡ ἄβυσσος τῶν ἁμαρτημάτων μας, ἡ δεύτερη εἶναι ἡ μαύρη ποὺ μᾶς ἀναμένει ὡς τιμωρία καὶ ἡ τρίτη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς Κρίσεως καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία νικάει τὶς δύο ἄλλες.
ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΣΤΕ πάλι στὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου μὲ τὰ ὁποῖα ἀρχίσαμε παραθέτοντας τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Γράφει στοὺς Κορ Β’ 7,9-11, ὅτι χαίρεται, ἐπειδὴ ἡ λύπη ποὺ τοὺς προξένησαν τὰ λόγια του τοὺς ἔφερε σὲ μετάνοια. «Αὐτὴ ἡ λύπη ἔφερε κάποιο κέρδος. Ἐπειδὴ καὶ ἕνας πατέρας ὅταν δῆ τὸ παιδί του στὸ χειρουργεῖο νὰ κόβεται, δὲν χαίρεται ἐπειδὴ τὸ παιδὶ ὑποφέρει, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγχειριζόμενο ἀπὸ τὸν γιατρὸ θεραπεύεται… Τοὺς λέγει, ὅτι «λυπηθήκατε γιὰ μετάνοια. Λυπηθήκατε κατὰ Θεὸν, γιὰ νὰ μὴ ζημιωθῆτε σὲ τίποτε».
Τέτοια εἶναι ἡ κατὰ Θεὸν λύπη. Στὰ παρακάτω ὁ ἀπόστολος φιλοσοφεῖ πάνω στὴν λύπη. Ἀποδεικνύει συνεχῶς ὅτι ἡ λύπη δὲν εἶναι παντοῦ δυστύχημα. Εἶναι βέβαια δυστυχία ἡ λύπη τοῦ κόσμου. Τὶ σημαίνει λύπη κατὰ κόσμο; Ἂν λυπηθῆς γιὰ τὰ χρήματα, γιὰ τὴ δόξα, ἢ γιὰ κάποιον ποὺ ἀποβίωσε. Ὅλα αὐτὰ εἶναι λύπη κατὰ κόσμον, γιαὐτὸ καὶ φέρουν θάνατο. Ὅποιος λυπᾶται γιὰ τὴ δόξα φθάνει στὸν φθόνο καὶ πολλὲς φορὲς ἀναγκάζεται νὰ ἀπολεσθῆ. Τέτοια λύπη λυπήθηκε ὁ Κάϊν, τὴν ἴδια καὶ ὁ Ἡσαῦ. Ὡς λύπη τοῦ κόσμου ἀναφέρει αὐτήν, ἡ ὁποία γίνεται μὲ βλάβη τῶν λυπουμένων. Διότι ἡ λύπη εἶναι χρήσιμη μόνο ὅταν γίνεται γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ἑξῆς. Ὅποιος λυπᾶται γιὰ τὴν ἀπώλεια χρημάτων, δὲν λύνει τὴν ζημία. Ὅποιος λυπᾶται γιὰ κάποιον ποὺ πέθανε, δὲν ἀνασταίνει τὸν πεθαμένο. Ὅποιος λυπᾶται γιὰ τὴν ἀρρώστεια, ὄχι μόνο δὲν διορθώνει τὸ νόσημα, ἀλλὰ τὸ ἐρεθίζει κιόλας. Ὅποιος ὅμως λυπᾶται γιὰ τὶς ἁμαρτίες, αὐτὸς καταφέρει κάτι περισσότερο ἐξ αἰτίας τῆς λύπης. Καθαρίζει καὶ ἐξαφανίζει τὶς ἁμαρτίες. Ἐπειδὴ τὸ φάρμακο τοῦτο κατασκευάστηκε γιαὐτὸν τὸ σκοπὸ, μόνο ἐδῶ ἔχει δύναμι καὶ δείχνει ὠφέλεια. Σὲ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις φέρει βλάβη…
Δὲν εἶναι τέτοια ἡ κατὰ Θεὸν λύπη. Αὐτὴ ἔχει δύο πλεονεκτήματα. Τὸ νὰ μὴ κατηγορεῖται γιαὐτὰ ποὺ λυπᾶται καὶ τὸ ὅτι ἡ λύπη αὐτὴ καταλήγει σὲ σωτηρία. Ἡ λύπη τοῦ κόσμου στερεῖται ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο. Αὐτοὶ στενοχωροῦνται μὲ βλάβη. Ἀφοῦ δὲ στενοχωρηθοῦν πολύ, κατηγοροῦν τοὺς ἑαυτούς των. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀπόδειξι γιὰ τὸ ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκαναν γιὰ τὴν βλάβη τους. Ἡ κατὰ Θεὸν ὅμως λύπη εἶναι τὸ ἀντίθετο. Γιαὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος ἔλεγε, ὅτι «κατεργάζεται μετάνοια, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ σωτηρία ἀμεταμέλητη». Διότι κανένας δὲν θὰ κατηγορήση τὸν ἑαυτό του, ἂν λυπηθῆ γιὰ τὴν ἁμαρτία, ἢ ἂν πενθήση καὶ συντρίψη τὸν ἑαυτό του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ μακάριος Παῦλος γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς Κορινθίους» (Ἰω Χρυσ ὁμιλ 15 εἰς Β’ Κορινθίους ΕΠΕ 19,404-406).
Ὁ ἀββᾶς Κασσιανὸς στὶς πνευματικὲς σελίδες ποὺ μᾶς κληρονόμησε γράφει καὶ γιὰ τὶς δύο λύπες, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴν πρώτη λέγει, ὅτι «ὀφείλουμε νὰ τὴν ἀποφεύγουμε σὰν τὴν πορνεία, σὰν τὴν φιλαργυρία, σὰν τὸν θυμὸ καὶ τὰ λοιπὰ πάθη. Αὐτὴ θεραπεύεται μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν κατὰ Θεὸν ἐλπίδα, μὲ τὴν μελέτη τῶν θείων λόγων καὶ τὴν συναναστροφή μας μὲ εὐλαβεῖς ἀνθρώπους» (Περὶ λύπης Φιλοκαλία 1,76 ἔκδ ΑΣΤΗΡ).
Στὴν ἴδια μελέτη Περὶ λύπης προτρέπει. «Πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε κατὰ τοῦ πνεύματος τῆς λύπης, ποὺ ἐξωθεῖ τὴν ψυχή μας στὴν ἀπόγνωσι, γιὰ νὰ τὴν ἐκδιώξουμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας. Αὐτὴ ἡ λύπη δὲν ἄφησε τὸν Κάϊν μετὰ τὴν ἀδελφοκτονία νὰ μετανοήση, οὔτε καὶ τὸν Ἰούδα μετὰ τὴν προδοσία τοῦ Κυρίου» (Φιλοκαλ 1ος σελ. 75). Σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν πρώτη λύπη συνιστᾶ νὰ ἀσκοῦμε τὴν κατὰ Θεὸ λύπη, ἡ ὁποία εἶναι παραγωγική. «Μόνο ἐκείνη τὴν λύπη πρέπει νὰ ἀσκήσουμε. Ἐκείνη ποὺ γίνεται γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μας μὲ ἀγαθὴ ἐλπίδα. Εἶναι αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος εἶπε, ὅτι ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ἐργάζεται πάνω μας μετάνοια ποὺ φέρει σωτηρία ἀμεταμέλητη. Διότι ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ποὺ διατρέφει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μετάνοιας εἶναι ἀναμειγμένη μὲ χαρά. Γιαὐτὸ καὶ φτιάχνει τὸν ἄνθρωπο πρόθυμο καὶ πειθαρχικὸ γιὰ κάθε πνευματικὴ ἐργασία. Τὸν φτιάχνει εὐπρόσιτο, ταπεινό, πρᾷο, ἀνεξίκακο, ἕτοιμο γιὰ κάθε καλὸν κόπο καὶ ὑπομονητικὸ στὴν κακοπάθεια. Τέτοια εἶναι ἡ κατὰ Θεόν λύπη» (Φιλοκαλ 1ος 75).
Παραθέτουμε ἀκόμη μία πρόσκλησι ἀσκητικοῦ πατρὸς γιὰ τὸ θέμα τῆς κατὰ Θεὸν καὶ ἐν διαβόλῳ λύπης. «Ἀδελφέ, νὰ εἶσαι νηφάλιος ἀπέναντι στὸ πνεῦμα ποὺ φέρει λύπη στὸν ἄνθρωπο. Διότι αὐτὸ κυνηγάει πολλούς, μέχρις ὅτου νὰ τοὺς ἐξαντλήση. Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ἔχει χαρά, καθὼς βλέπεις τὸν ἑαυτό σου νὰ στέκεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄλλος ὅμως ποὺ σοῦ λέγει, τώρα ποῦ μπορεῖς νὰ καταφύγης, ἢ δὲν ὑπάρχει μετάνοια, αὐτὸς εἶναι ἐχθρός σου. Κάμνει ἔτσι ὥσπου νὰ χάση ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐγκράτεια. Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη ὅμως δὲν ἐπιτίθεται στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ λέγει. Μὴ φοβᾶσαι, προσπάθησε πάλι. Γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ τὸν ἐνδυναμώνει» (ἀββᾶ Ἡσαΐου Περὶ χαρᾶς 41 Φιλοκ ΕΠΕ 12,52).
ΕΧΟΥΜΕ πολλὰ πρόσωπα στὴν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία ποὺ ἔζησαν σὲ βάθος κατὰ τὴν πρὸ Χριστοῦ ζωή τους τὴν λύπη ποὺ προκαλεῖ ὁ κόσμος καὶ ἡ ἁμαρτία. Σὲ κάποια Δαμασκὸ ὅμως συγκρούστηκαν μὲ Αὐτὸν ποὺ ἀναζητοῦσαν ἢ πολεμοῦσαν ἀγνοώντας τον. Ἐκεῖ δοκίμασαν μὲ τὴν μετάνοιά τους καὶ ἕνα ἄλλου εἴδους λύπη. Αὐτὴ ὅμως πλέον ἦταν ἀκριβότερη, διότι ὁ καρπός της ἦταν «εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέ-λητον».
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος. Ὁ πρὸ Χριστοῦ βίος του ἦταν ταραχώδης. Αὐτὴν τὴν πρὸ Χριστοῦ ἀναζήτησι καὶ τὴν πλανεμένη ἐμπειρία του τὴν καταθέτει δημόσια στὶς Ἐξομολογήσεις καὶ στὸ Κεκραγάριο. Ὅταν πλέον βρῆκε τὸν ποθούμενο «καλὸ Μαργαρίτη» ἀνεφώνησε, «Εἶχα χαθῆ, εἶχα πεθάνει, πουλήθηκα στὰ ἁμαρτήματα. Ἐσὺ ὅμως κατέβηκες νὰ μὲ ἐξαγοράσης» (Μονολόγια 13ο σελίς 174), «ὀψὲ ἠγάπηκά σε, ὦ κάλλος πρεσβύτατον τὸ αὐτὸ καὶ νεώτατον. Ὀψέ σε ἠγάπησα» «ἀλλοίμονο στὸν καιρὸ ἐκεῖνο, στὸν ὁποῖο ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος δὲν σὲ ἀγαποῦσα!» (Μονολόγια 31ο σελίδες 216 καὶ 223). Πόσο λάθος, πόσο λάθος; «Ἤμουν δέσμιος καὶ δὲν ἔφριττα γιὰ τὰ δεσμά. Θεωροῦσα τὸ πικρό, γλυκό, καὶ τὸ γλυκό, πικρό. Ἤμουν ἐλεεινὸς καὶ τὸ ἀγνοοῦσα!» (Μονολόγια 6ο σελὶς 158). Κοντὰ στὶς πολλὲς ὁμολογίες του ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος παραθέτει καὶ τὴν ἑξῆς, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολούμαστε. Βάζει τὸν ἑαυτό του ἀνάμεσα σὲ δύο φωνές. Στὴ φωνὴ τοῦ κόσμου, καὶ στὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. «Ὢ ἡ πολλαπλῆ καὶ ἀπαίσια ἀθλιότητά μου! Ἀλλοίμονο Κύριε! Ἡ ἐλεεινὴ ψυχή μου ἀποφεύγει μὲν ἐσένα, μὲ τὸν ὁποῖο πάντοτε ἀπολαμβάνει πλοῦτο καλῶν καὶ ἀγαλλίασι. Ἀκολουθῆ ὅμως τὸν κόσμο, μὲ τὸν ὁποῖο ζῆ πάντοτε πνευματικὴ φτώχεια καὶ πόνο. Ὁ κόσμος κράζει καὶ ὑποφέρω. Κράζεις ἐσύ, Κύριε, καὶ ἀναπνέω. Ἡ ἐλεεινότατη ψυχή μου, ὅμως, περισσότερο ἀκολουθεῖ αὐτὸν μὲ τὸν ὁποῖο ὑποφέρει, παρὰ αὐτὸν ποὺ τὴν σώζει καὶ τὴν ἀναψύχει» (Μονολόγια 13ο σελὶς 173).
Θαρρῶ πὼς τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου ἐκφράζουν αὐτὸ τὸ μαῦρο σκηνικὸ τῆς ψυχῆς ὅλων μας. Εὔκολα ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος μὲ ἐπακόλουθο τὴν ἐνοχὴ καὶ τὸν θρῆνο τοῦ Ἀδάμ. Ραθυμώτερα ὅμως καὶ βαρήκοα ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ μὲ καρπὸ τὴν ἀμεταμέλητη σωτηρία μας. Εἴθε νὰ ἔχουμε τὸν πόνο γιὰ τὴν ἁμαρτία, ποὺ ἔζησε ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος, ἀλλὰ καὶ τὴν σταθερὴ ἐν Κυρίῳ μετάνοιά του. ΑΜΗΝ.
ἐγράφη Πέμπτη 15.6.2017, ἁγίου Αὐγουστίνου Ἱππῶνος,
ὅτε εἰς πρεσβύτερον προεχειρίσθη
τῷ 1982ῳ ἔτει ἐν Φλωρίνῃ ὁ ἀρ.νι.μα. ὑπὸ π.Αὐγουστίνου.
Πῶς ἦταν τότε!!! Τὶ νὰ τὸν κάνης….μόνο χρόνια ἔχει.-








