“Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ελλιπώς συναντηθή με τη Νεωτερικότητα” (γράφει ο π. Βασίλειος Θερμός)
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ελλιπώς συναντηθή με τη Νεωτερικότητα ενώ από
την άλλη έφερε έντονες τις επιδράσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η οποία παραδοσιακά τόνιζε το αντικειμενικό βάρος της αμαρτίας. Οι ρίζες αυτής της νοοτροπίας χάνονται στον Μεσαίωνα, και συγκεκριμένα στον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος είχε καταστήσει υπέρτατο κριτήριο την «φύση» ως κανονιστική πραγματικότητα και κλιμάκωνε τις αμαρτίες στη βάση της βλάβης την οποία αυτές προκαλούν στη φύση ως θεϊκή τάξη. Η τακτική αυτή παγίωσε για αιώνες συγκεκριμένες ιεραρχίες αμαρτιών, βαρύνουσα θέση στις οποίες είχαν τα σαρκικά. Παράλληλα εμπέδωσε τη νομική στρέβλωση της Εξομολόγησης, καθιέρωσε τα επιτίμια ως αποκατάσταση της διασαλευθείσης κοσμολογικής τάξης, και απομάκρυνε τον ιαματικό χαρακτήρα της Μετάνοιας.
Έτσι όσοι πνευματικοί αισθάνονται ότι χωρίς το ανάλογο αντικειμενικό επιτίμιο διασαλεύεται η πνευματική τάξη, μιμούνται τον Ακινάτη ενώ φρονούν ότι εκπροσωπούν κατ’ εξοχήν την Ορθοδοξία! Για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους η Ορθόδοξη Εκκλησία πέρασε την «βαβυλώνια αιχμαλωσία» της στον δικανισμό και δυστυχώς υπάρχουν και σήμερα πνευματικοί και πιστοί που αποδεικνύουν ότι δεν έχει απαλλαγή ακόμη από αυτόν. Είναι θλιβερό, αλλά και επικίνδυνο, ότι ακόμη κάποιοι ορθόδοξοι πνευματικοί αισθάνονται την υποχρέωση να βάλουν επιτίμιο στον εξομολογούμενο επειδή ψυχικά νοιώθουν ότι έτσι αποκαθιστούν την κοσμολογική τάξη η οποία διαταράχθηκε με την αμαρτία του. Συνεπώς η έμφαση στην υποκειμενική διάσταση της αμαρτίας στοχεύει στην διόρθωση μιας ανισορροπίας· η Εκκλησία μας καλείται έτσι να αποκτήσει και πάλι επαφή με τις Πατερικές της αφετηρίες, αυτή τη φορά με την βοήθεια των εργαλείων της Νεωτερικότητας.
Επειδή οι νομικιστές πνευματικοί κατηγορούν όσους εφαρμόζουν την εξατομίκευση και αισθάνονται ακάλυπτοι οι ίδιοι στην εφαρμογή της «οικονομίας», καλό είναι να θυμίσουμε τον 102ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Αυτός κατ’ ουσίαν αποτελεί το κριτήριο εφαρμογής όλων των άλλων κανόνων όλων των συνόδων και όλων των Πατέρων. Επισφραγίζει το έργο της Συνόδου με μια υποθήκη προς τους πνευματικούς, στους οποίους αναθέτει το δύσκολο έργο της διάκρισης, δηλαδή της απάντησης στο ερώτημα: το συγκεκριμένο επιτίμιο θα βοηθήσει ή θα βλάψει τον πιστό; Πώς θ’ αποφύγουν τα δύο άκρα, την αυστηρότητα και την επιείκεια, αν αυτές δεν θεραπεύουν τον συγκεκριμένο άνθρωπο;
Μετά από μακρόχρονη ιστορία Εξομολόγησης στη χώρα μας υποχρεούμαστε να αναρωτηθούμε: Ποια τακτική τηρείται σήμερα στην Εξομολόγηση από τους περισσότερους πνευματικούς και πόση σχέση έχει με το πνεύμα του κανόνα; Ποια επιτίμια επιβάλλονται συνήθως και με ποια λογική;
Όλες οι πληροφορίες που έρχονται από κάθε γωνιά της Εκκλησίας μας συγκλίνουν στην ίδια διαπίστωση: το επιτίμιο που χρησιμοποιεί κατά συρροήν η συντριπτική πλειοψηφία των πνευματικών είναι η στέρηση της Θείας Κοινωνίας. Για οποιαδήποτε ηλικία, σχεδόν για οποιοδήποτε αμάρτημα.
Μετά από τόσο μαζική και τόσο μακροχρόνια εφαρμογή αυτού του επιτιμίου, είναι καιρός να αναρωτηθούμε για την αποτελεσματικότητά του. Τι πετύχαμε; Πόσο φέρνει τους ανθρώπους πλησιέστερα στον Θεό; Πόσο τούς θεραπεύει; (Αφού αυτό είναι ο σκοπός της Ποιμαντικής σύμφωνα με τον κανόνα). Ίσως να υπάρχουν κάποιοι Χριστιανοί που ωφελούνται πνευματικά από την εφαρμογή του μέτρου. Συνήθως πρόκειται για πιστούς που εξασκούν συστηματική πνευματική ζωή, με συχνή παρακολούθηση από τον πνευματικό και συχνή Θεία Κοινωνία. Σ’ αυτούς έχει νόημα η στέρησή της (όταν και η πτώση είναι ανάλογη), διότι καθιστά αισθητή την έλλειψη, συνεπώς φέρνει συντριβή και μεγαλύτερη αγωνιστικότητα. Προφανώς αυτό ήταν και το σκεπτικό των κανόνων, εφ’ όσον δημιουργήθηκαν σε εποχές συχνής Θείας Κοινωνίας. Σήμερα όμως;
Σήμερα οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους ψυχράνθηκαν προς την εκκλησιαστική ζωή και γι’ αυτό μεταλαμβάνουν σπανιώτατα. Επομένως η στέρηση της Θείας Κοινωνίας χάνει το νόημά της αφού δεν δημιουργεί κάποιο αίσθημα έλλειψης. Εξ άλλου στην Εξομολόγηση προσέρχονται και «Χριστιανοί» που δεν έχουν κοινωνήσει ποτέ στη ζωή τους, για να εξαγορεύσουν αμαρτήματα που διέπραξαν πριν πολλά χρόνια. Οι άνθρωποι αυτοί ουσιαστικά χρειάζεται να αρχίσουν μυστηριακή ζωή εκ του μηδενός. Η επιβολή του επιτιμίου της αποχής αδιακρίτως συχνά δεν έχει άλλο αποτέλεσμα από το να εξαφανίζονται. Η πρώτη τους εξομολόγηση ήταν και η τελευταία.
Έχει σημασία, νομίζω, να συμφωνήσουμε στο τι επιδιώκουμε με το μυστήριο της Μετάνοιας και Εξομολόγησης. Η μέχρι τώρα εμπειρία μου έδειξε ότι δεν είναι αυτονόητη η σύμπτωση των απόψεών μας. Δυστυχώς ελάχιστοι πνευματικοί θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα: Αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο πώς θα τον κάνω να ζεσταθή προς τον Θεό; Πώς θα αγαπήσει τον Θεό περισσότερο αφού η αγάπη αυτή είναι το ισχυρότερο αντίδοτο κατά της αμαρτίας;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, αν δεν βασανίζουμε τον εαυτό μας διαρκώς με αυτό το ερώτημα, όλες οι άλλες επιλογές είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Θα άξιζε κάποτε μία προσεκτική έρευνα στον Ελληνικό πληθυσμό, όχι για το πόσοι εκκλησιάζονται ή πιστεύουν στον Θεό (αυτά είναι μάλλον γνωστά και χρησιμεύουν για ναρκισσισμό και επανάπαυση), αλλά για το ποιες υπήρξαν οι εμπειρίες τους από την Εξομολόγηση. Κυρίως γιατί δεν συνέχισαν συστηματικά. Φυσικά υπάρχουν πολλές αιτίες όπως η αμέλεια και η ελλιπής προαίρεση. Νομίζω, όμως, ότι θα εκπλαγούμε διαπιστώνοντας τα τεράστια ποσοστά απογοήτευσης και τραυματικών εμπειριών. Ουσιαστικά στην πρακτική μας αντιμετωπίζεται η αμαρτία και όχι ο αμαρτωλός.
Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από ό,τι επιτάσσει ο κανόνας τον οποίο εξετάζουμε. Ζητά να επιτιμούμε τον συγκεκριμένο αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Η έλλειψη της προϋπόθεσης αυτής έχει ως αποτέλεσμα σύγχυση και αναρχία. Άλλοι τηρούν κατά γράμμα το «Πηδάλιο», άλλοι αυτενεργούν χωρίς κανένα κριτήριο, άλλοι πλειοδοτούν σε λαϊκισμό έχοντας καταργήσει τα επιτίμια, και οι περισσότεροι για να είναι σίγουροι στερούν τη Θεία Κοινωνία αδιακρίτως. Το ίδιο αμάρτημα του ιδίου ανθρώπου επιτιμάται στην ίδια πόλη ή σε γειτονικές ενορίες κατά τρόπους που απέχουν ιλιγγιωδώς μεταξύ τους.
Εν τω μεταξύ αρκετοί Χριστιανοί προσέρχονται στην εξομολόγηση, ενδεχομένως με ελλιπή Μετάνοια, αλλά πάντως με έντονη την επιθυμία να κοινωνήσουν. Το πέρασμα τόσων χρόνων τούς έκαμε να πιστεύουν ότι έτσι επανασυνδέονται με τον Θεό, πράγμα που επιθυμούν· η θέα τόσων πιστών να προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία (και σήμερα κοινωνούν πολλοί) τούς παρακίνησε· οι πληγές και τα χτυπήματα της ζωής τούς ωθούν να αναζητούν επιβεβαίωση ότι συνεχίζουν να αξίζουν ως άνθρωποι με την αγάπη και αποδοχή του Θεού. Η στέρηση της Θείας Κοινωνίας, έτσι, αποκτά συμβολική σημασία: μοιάζει με το «πάγωμα» που υφίσταται ένα παιδί το οποίο πεινά και ζητά από τη μητέρα του φαγητό ενώ αυτή του γυρίζει την πλάτη. Η Μητέρα Εκκλησία αρνείται να θρέψει τα παιδιά της.
Ισχυριζόμαστε ότι το σοβαρώτερο αμάρτημα και πηγή όλων των άλλων είναι η φιλαυτία, αλλά συμπεριφερόμαστε σαν να μην το πιστεύουμε. Διακηρύσσουμε πως η Εκκλησία θεραπεύει τον άνθρωπο, αλλά είναι ζήτημα αν είμαστε σε θέση να δείξουμε έστω έναν που θεραπεύθηκε με τη βοήθειά μας. Συνεχώς με τα κηρύγματά μας παραπέμπουμε σε μία Εκκλησία ανύπαρκτη, σε ένα διανοητικό κατασκεύασμα. Καλούμε τους νέους να προσέλθουν για να βρουν αγάπη, ελευθερία, προσωπική σχέση, τόλμη και άλλα ηχηρά παρόμοια, αλλά αυτό στο οποίο προσκρούουν με την πρώτη επαφή είναι μία ανελαστική απαγόρευση της Θείας Κοινωνίας.
Άλλωστε πολλοί από εκείνους που μάς κάνουν την εξαιρετική τιμή να μάς ανοίγουν την ψυχή τους, έχουν ήδη επιχειρήσει τον αγώνα τους με ποικίλους τρόπους, συχνά άτυπους και δυσδιάκριτους, ενώ πολλές φορές έχουν ήδη επιτιμήσει τον εαυτό τους. Επί πλέον, δεν σπανίζουν οι φιλότιμες ψυχές οι οποίες παρακινούμενες και διαφωτιζόμενες κατάλληλα θα πρόκοβαν πνευματικά. Αντί γι’ αυτό συναντούν συμπεριφορά που, έστω και αν είναι μειλίχια και καλοπροαίρετη, στην πράξη λειτουργεί ως κακοποίηση. Πάντως οπωσδήποτε ως υποτίμηση πολλαπλή: υποτίμηση του μυστηρίου του ανθρώπου μέσα από τη γενικευτική αντιμετώπιση, υποτίμηση της ανθρώπινης επιθυμίας για τον Θεό μέσα από την πατερναλιστική τάση μας για χειραγώγησή της, υποτίμηση των δυνατοτήτων της ψυχής μέσα από τον νάρθηκα των μαζικοποιημένων επιτιμίων.
Έτσι λοιπόν φρονώ ότι μια αλλαγή τακτικής στο ζήτημα των επιτιμίων απαιτεί ριζική αλλαγή σκεπτικού. Στην πραγματικότητα θέτει ζήτημα Μετάνοιας της Εκκλησίας μας ως σώματος –και περισσότερο των ποιμένων της-που πρέπει πλέον α) να αναθεωρήσουμε την προσωπική μας σειρά βαρύτητας των αμαρτιών και β) να μάθουμε να συναντούμε κάθε πρόσωπο στην πολύτιμη μοναδικότητά του. Μέχρι να επιτύχουμε αυτούς τους μείζονες στόχους πολύτιμες θα είναι οι δυνατότητες διαλόγου και συμπροβληματισμού των πνευματικών σε κοινές θεσμοθετημένες ευκαιρίες, στόχος προαπαιτούμενος όσο και δυσεύρετος. Διότι αν δυσκολευόμαστε να κοινωνήσουμε με τον συλλειτουργό μας, πώς θα το καταφέρουμε με τον άσωτο αδελφό του Χριστού;
π. Βασίλειος Θερμός
ΠΗΓΗ: Το βλέμμα στην ενδοχώρα (Μια συνοδοιπορία με τον Πνευματικό) – Εκδόσεις Γρηγόρη, 2021










