ΕΙΧΑ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ, ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΟΜΩΣ… ΓΡΑΦΕΙ Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΜΗΤΡΟΥΔΗ
Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να φτάσω στην κατάντια θέσης να
λέω τα παραπάνω του τίτλου. Ωστόσο, φωνές πολλές λένε-προειδοποιούν πως άσχημα και για μένα μαγειρεύονται-ετοιμάζονται!!! Άλλους λαούς με πολεμικές συρράξεις και βίαια χτυπήματα τους έτρεψαν σε φυγή από την γη τους, εμάς με άλλο τρόπο την εξαφάνιση μας φέρουνε και την εκδίωξη μας από τον τόπο μας!!!
Είχα ένα σπίτι μικρό, μέτριο, μεγάλο, δεν έχει σημασία. Ήρθαν πολλοί και διάφοροι που ζήτησαν φιλοξενία. Ως χριστιανός τους δέχτηκα. Ήρθαν μετά και άλλοι ικετευτικά ζητήσανε κάπου και αυτοί να μπούνε, για λίγο να σταθούνε. Το λίγο έγινε πολύ κι από την μια στην άλλη στιγμή, σιγά και σταθερά τα πράγματα γινήκαν στενάχωρα, ασφυκτικά!!! ΟΙ ξένοι αποκτήσανε το θάρρος του αφέντη, ζητούνε να τα πάρουνε κι εκείνοι τα ηνία, αφέντες πια να γίνουνε στο σπίτι που τρων, κοιμούνται!!! Το θάρρος όχι δύσκολα γίνεται θράσος και τότε αυτούς που φιλοξένησες αρχίζεις να φοβάσαι, γίνανε περισσότεροι, λάχανο σε κοιτάνε, εκεί που θα κοιμάσαι, γρήγορα θα σε φάνε!!! Ο λόγος πως δεν συμφωνούν με γλώσσα σου, θρησκεία ή θα αλλάξεις πίστη σου ή παίρνουν κεφαλή σου!!! Μαζεύεις ότι, όσα μπορείς και γρήγορα στα πόδια, το βάζεις νύχτα και κρυφά ή μένεις και σε σφάζουν!!! Αν καταφέρεις και μακριά κάπου βρεθείς και κάτσεις, θα θέλεις το κεφάλι σου να το χτυπάς με πέτρα, άφησες και αμαχητί σε’γδύσαν, σε ληστέψαν, επίστεψες τους άθεους που δεν έχουνε μπέσα!!!







