Εγωισμός δεν είναι το να ζει κανείς όπως του αρέσει αλλά είναι το ν’ απαιτεί κανείς από τους άλλους να ζουν όπως αρέσει σε αυτόν
Η ευλογία του σπαζοκεφαλιάσματος
«Πριν πολλούς καιρούς, μια συγκλονιστική ψυχή έγραψε το δικό της μανιφέστο για την ανθρώπινη ψυχή σε μια ονειρική ελεύθερη κοινωνία. Κι ανάμεσα σε άλλα, τόνιζε:
“Εγωισμός δεν είναι το να ζει κανείς όπως του αρέσει• είναι το ν’ απαιτεί κανείς από τους άλλους να ζουν όπως αρέσει σε αυτόν. Και μη εγωισμός είναι το ν’ αφήνει κανείς τους άλλους να ζουν όπως θέλουν, να μην παρεμβαίνει. […] Ο μη εγωισμός αναγνωρίζει την απεριόριστη ποικιλομορφία σαν κάτι το θεσπέσιο, την αποδέχεται, της παρέχει τη συναίνεσή του, την απολαμβάνει. […] Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο δεν είναι εγωιστικό επειδή θέλει να είναι κόκκινο τριαντάφυλλο. Θα ήταν φοβερά εγωιστικό αν ήθελε όλα τα λουλούδια του κήπου να είναι κόκκινα και τριαντάφυλλα”.
Γραμμένα στο λυκόφως του 19ου αιώνα, τα λόγια αυτά του Όσκαρ Ουάιλντ ακούγονται σήμερα μάλλον ως κάτι κοινότοπο. Προφανώς θυμίζουν τη φράση «η ελευθερία του καθενός σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου», φράση που στις μέρες μας ξεστομίζεται βροχηδόν, ως απάντηση σε κάθε διερώτηση περί ελευθερίας, δικαιωμάτων και ορίων. Ωστόσο, σν δεν αγκυροβολήσει κανείς στα ρηχά του παπαγαλισμού, αλλά ανοιχτεί στα πελάγη των ερωτημάτων, σίγουρα θα βρει πολλά να πει για τη σπουδαιότητα της ποικιλομορφίας, και μάλιστα αν αναλογιστεί τη σημασία που είχε η δοξολόγησή της από τον Όσκαρ Ουάιλντ στη Βικτωριανή βρετανική κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος και με την έγνοια, πώς αυτή η συνηγορία υπέρ της ετερότητας δεν θα απολήξει σε μια –ας πούμε– φιλελεύθερη αποξένωση, δηλαδή σε μια ειρηνική μεν, πλην ακοινώνητη ζωή αδιασταύρωτων ατομικοτήτων.
Όλα αυτά είναι εύχυμα θέματα, με τα οποία παλεύει αδιάκοπα η ανθρώπινη ύπαρξη. Αν, ωστόσο, είχα τη δυνατότητα μιας συνομιλίας με τον σπουδαίο Ιρλανδό, ομολογουμένως θα τον ρωτούσα το εξής: Αν κάποιος θέλει να ζει τυραννώντας τους άλλους; Άραγε, η μη-εγωιστική στάση των άλλων εδώ θα είναι όντως το να μην παρέμβουν; Αν παρέμβουν για να σταματήσουν την τυραννία, θα είναι άραγε εγωιστές που απαιτούν από τον άλλον να ζει όπως θέλουν αυτοί;
Πιθανόν να απαντήσει κάποιος ότι, σύμφωνα με τον ίδιο τον ορισμό του Όσκαρ Ουάιλντ, αυτός που θέλει να τυραννάει τους άλλους έχει ήδη αποδοκιμαστεί, απλούστατα επειδή ανήκει σε όσους δεν αφήνουν τους άλλους να ζουν όπως θέλουν! Όμως το καίριο ζήτημα εδώ είναι να αντιληφθούμε την αντίφαση που ανακύπτει. Πώς είναι δυνατό να αποδοκιμαστεί ο τύραννος, αν ραχοκοκαλιά της όλης προσέγγισης είναι ο πούρος υποκειμενισμός; Ιδρυτική ιδέα του ορισμού, είναι το «καθένας όπως θέλει». Ακριβώς αυτό δεν εφαρμόζει ο τύραννος;
Κινδυνεύουμε να παίξουμε την κολοκυθιά! Είπαμε• είναι αντίφαση! Ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να κατηγορηθεί ο Ουάιλντ ότι αλληθώριζε προς την τυραννία. Ολόκληρο, άλλωστε, το βιβλίο του, από το οποίο πήρα το παράθεμα, είναι μια κραυγή λαχτάρας για την ουτοπία της ελευθερίας. Όμως προσκόμισα αυτό ειδικά το κείμενο, ακριβώς για να δούμε πόσο θολό μπορεί να γίνεται το τοπίο, ακόμα και άθελα, αν στο προσκήνιο δεν μπει και η έννοια του κοινωνικού και των πανανθρώπινων αξιών. Να το πω αλλιώς; Με αγαθή πρόθεση ο Ουάιλντ δείχνει πόσο φριχτή θα ήταν μια κοινωνία / μονοκαλλιέργεια κόκκινων τριαντάφυλλων. Συμφωνώ απόλυτα και συμμερίζομαι εντελώς το θεσπέσιο όραμα της ποικιλίας. Αλλά ακριβώς επειδή το συμμερίζομαι, διαφωνώ με τη θεμελίωσή του στον υποκειμενισμό, η οποία εντέλει το υπονομεύει. Πόσο θολό μπορεί να γίνει το τοπίο, το νιώθουν στις μέρες μας όποιοι επιχειρούν να αναμετρηθούν με την επέλαση του σχετικισμού και της μεταμοντέρνας διακήρυξης «anything goes». Το anything σημαίνει την αποδοχή ακόμα κι εκείνου το οποίο μισεί anything else! Και ειδικά όταν βλέπουμε ότι ο ευέλικτος άγριος καπιταλισμός εμφανίζεται να μην επιβάλλει ομοιομορφία, απλούστατα επειδή χρησιμοποιεί επ’ ωφελεία του την ποικιλομορφία, στρεβλώνοντας αυτήν σε εμπόρευμα και τον πολίτη σε καταναλωτή της.
Να το πω αλλιώς. Το παράδειγμα του κόκκινου τριαντάφυλλου είναι αδύναμο, γιατί είναι εκ προοιμίου καλόβολο. Τι θα γίνει αν, αντιθέτως, πάρουμε για παράδειγμα ένα αναρριχητικό, παρασιτικό φυτό που πνίγει ό,τι αγκαλιάσει; Το πνίξιμο – η εργαλειοποίηση των άλλων είναι, για το φυτό αυτό, το να ζει όπως θέλει! Τι μας προσφέρει λοιπόν η κουβέντα για το παράδειγμα του κήπου; Μας προσφέρει την ευκαιρία να διακρίνουμε ότι μεταξύ κήπου και ανθρώπινης κοινωνίας δεν υπάρχει αναλογία, αλλά το αντίθετο: ριζική αναντιστοιχία. Εξηγούμαι: Στον φυσικό κόσμο η αναρρίχηση και ο παρασιτισμός δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό. Απλώς συμβαίνουν, και συμβαίνουν υπό τον τιτάνιο νόμο της ισχύος• η ζωή ανήκει στον ισχυρότερο (είτε δυνατότερο, είτε ικανότερο). Η πολυθρύλητη ισορροπία και η αρμονία της φύσης βασίζεται σ’ αυτόν τον νόμο. Μπορεί μήπως αυτό να ισχύει για τις ανθρώπινες κοινωνίες; Μπορεί, δηλαδή, η κοινωνία να είναι απλώς μια εκδοχή της φύσης, οπότε και όντως θα διέπεται από τον κοινωνικό δαρβινισμό; Προσωπικά συντάσσομαι με όσους θα πουν «όχι». Η συγκρότηση των ανθρώπινων κοινωνιών βασίζεται στο προχώρημα από τη φύση στον πολιτισμό, δηλαδή στο προχώρημα από αυτό που συμβαίνει αναπόδραστα, σε αυτό που, αν δεν το σκαρφιστεί και δεν το πράξει ο άνθρωπος, δεν θα υπάρξει ποτέ στο σύμπαν. Αυτό το δημιουργικό βήμα (με δυο λόγια, όχι η κατάργηση της φύσης, αλλά η νοηματοδότησή της) είναι ο καταλύτης για χίλιες δυο υπέροχες παραξενιές της ανθρώπινης πορείας, όπως είναι το σπαζοκεφάλιασμα για τη μοναδικότητα κάθε ανθρώπου αδιαβάθμητα, για την περίθαλψη των φυσικά ξοφλημένων, για το ερώτημα περί ορθού και στραβού.
Φυσικά, πλημμύρα απαντήσεων αρθρώνεται για το ορθό και το στραβό. Αλλά εδώ δεν θέλω να εξετάσουμε ποιες είναι αυτές και πώς καθεμία από αυτές συναντά ή αναιρεί τις άλλες. Θέλω να μείνουμε στο βασικό ζήτημα: στο γεγονός ότι το ερώτημα δεν φυτρώνει αυτόματα, αλλά το θέτει ο άνθρωπος, και μάλιστα δεν γίνεται να μην το θέσει. Είναι ερώτημα πανανθρώπινο και χρειάζεται αποκρίσεις που να πατούν στο πανανθρώπινο. Όχι αποκρισούλες έγκυρες στη μια υποκειμενικότητα και άκυρες στην άλλη. Στο μεδούλι, λοιπόν, της ανθρώπινης ύπαρξης βρίσκεται το σπαζοκεφάλιασμα […]».
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ.










