Εγνατία Οδός: Τι πραγματικά προβλέπει η σύμβαση για τις αυξήσεις των διοδίων – Οι αριθμοί πίσω από τους τίτλους
Εγνατία Οδός: Τι πραγματικά προβλέπει η σύμβαση για τις αυξήσεις των διοδίων – Οι αριθμοί πίσω από τους τίτλους.
Η παραχώρηση της Εγνατίας Οδού στη «Νέα Εγνατία Οδός Παραχώρηση Α.Ε.», με αρχικούς μετόχους τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και την Egis Projects, συνοδεύεται από αλλαγές στην τιμολογιακή πολιτική των διοδίων. Η σύμβαση, η οποία κυρώθηκε από τη Βουλή, προβλέπει συγκεκριμένα στάδια για την αναπροσαρμογή των χρεώσεων. Επομένως, η εικόνα που προκύπτει από το συμβατικό κείμενο είναι σαφώς διαφορετική από ορισμένες υπερβολικές διατυπώσεις που έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί.
Το πρώτο δεδομένο είναι ότι από την έναρξη της παραχώρησης, στις 31 Δεκεμβρίου 2025, και μέχρι την επίτευξη της Τέταρτης Αποκλειστικής Τμηματικής Προθεσμίας, η οποία τοποθετείται δύο χρόνια μετά την έναρξη της παραχώρησης, το βασικό τέλος διοδίων για τα επιβατικά Ι.Χ. ορίζεται σε 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο, πλέον ΦΠΑ. Με τον ΦΠΑ, η χρέωση αντιστοιχεί σε 0,0496 ευρώ ανά χιλιόμετρο.
Πρόκειται πράγματι για αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο επίπεδο των περίπου 0,03 ευρώ ανά χιλιόμετρο χωρίς ΦΠΑ. Η αύξηση αυτή, επομένως, είναι υπαρκτή και προβλέπεται στο νέο καθεστώς παραχώρησης.
Το κρίσιμο όμως σημείο βρίσκεται στο τι προβλέπεται μετά τη διετία.
Η σύμβαση δεν αναφέρει ότι τα διόδια θα αυξάνονται κατά 27,5% κάθε χρόνο. Προβλέπει ότι, μετά τη συγκεκριμένη συμβατική περίοδο, η τιμή θα αυξάνεται σταδιακά, με ανώτατο βασικό επίπεδο τα 0,051 ευρώ ανά χιλιόμετρο, χωρίς ΦΠΑ. Σε σχέση με τα 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο, αυτό αντιστοιχεί σε μέγιστη ονομαστική αύξηση περίπου 27,5%.
Η διατύπωση αυτή έχει σημασία. Άλλο είναι να αναφέρεται ότι η χρέωση μπορεί να αυξηθεί συνολικά από 0,04 σε 0,051 ευρώ ανά χιλιόμετρο και άλλο να παρουσιάζεται ως μια ετήσια αύξηση 27,5%. Το δεύτερο δεν προκύπτει από τη συγκεκριμένη συμβατική πρόβλεψη.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένας ακόμη παράγοντας: το ποσό των 0,051 ευρώ ανά χιλιόμετρο αποτελεί βασικό ανώτατο επίπεδο και αναπροσαρμόζεται ετησίως με βάση τον πληθωρισμό. Επομένως, η ονομαστική τιμή σε μεταγενέστερα χρόνια δεν μπορεί να αποτυπωθεί σήμερα ως ένα σταθερό ποσό για όλη την 35ετή διάρκεια της παραχώρησης.
Αυτό σημαίνει ότι η σύμβαση περιγράφει έναν μηχανισμό τιμολόγησης και όχι μια σειρά από αυθαίρετες ετήσιες αυξήσεις που αποφασίζει μονομερώς ο παραχωρησιούχος.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη
Για έναν οδηγό Ι.Χ., η βασική χρέωση ξεκινά από τα 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο χωρίς ΦΠΑ. Μετά τη διετία, υπάρχει δυνατότητα σταδιακής μετάβασης έως τα 0,051 ευρώ ανά χιλιόμετρο, ενώ στη συνέχεια εφαρμόζεται ο προβλεπόμενος μηχανισμός αναπροσαρμογής.
Επομένως, η συζήτηση για τα διόδια της Εγνατίας χρειάζεται να γίνεται με βάση τρεις διαφορετικές έννοιες:
Πρώτον, την αύξηση που ήδη εφαρμόστηκε από περίπου 0,03 σε 0,04 ευρώ ανά χιλιόμετρο.
Δεύτερον, την προβλεπόμενη σταδιακή μετάβαση από 0,04 έως 0,051 ευρώ ανά χιλιόμετρο.
Τρίτον, την ετήσια αναπροσαρμογή του προβλεπόμενου ανώτατου ποσού με βάση τον πληθωρισμό.
Η σύμβαση, συνεπώς, δεν τεκμηριώνει από μόνη της τους ισχυρισμούς περί μιας νέας, τεράστιας ή ανεξέλεγκτης αύξησης των διοδίων. Τεκμηριώνει ένα συγκεκριμένο, κλιμακωτό σύστημα τιμολόγησης, με συμβατικά καθορισμένα όρια και μηχανισμό αναπροσαρμογής.
Και αυτή είναι ίσως η ουσία της υπόθεσης: η αύξηση των διοδίων είναι πραγματική και προβλεπόμενη. Όμως η ακριβής αποτύπωσή της απαιτεί να διαχωρίζουμε την αρχική αύξηση, τη σταδιακή μετάβαση στο όριο των 0,051 €/χλμ. και την μελλοντική τιμαριθμική αναπροσαρμογή.
Η παραχώρηση της Εγνατίας Οδού έχει διάρκεια 35 ετών και από τις 31 Δεκεμβρίου 2025 η διαχείριση του αυτοκινητοδρόμου και των τριών κάθετων αξόνων έχει μεταβιβαστεί στον νέο παραχωρησιούχο.
Με άλλα λόγια: οι αυξήσεις υπάρχουν, αλλά οι αριθμοί της σύμβασης είναι πιο συγκεκριμένοι – και σαφώς πιο σύνθετοι – από τους εντυπωσιακούς τίτλους περί «εκτόξευσης» των διοδίων.










