Ε’ ΤΡΙΩΔΙΟ – ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ
Ἀρκεῖμόνο ἡ νηστεία μας; Ἂν τελικὰ
νηστέψουμε, τελειώσαμε ὅλες τὶς πνευματικὲς ὑποχρεώσεις μας; Καὶκαταφέραμε νὰκαταστήσουμε ὑποχρεωμένο τὸν Θεό; Ξοφλήσαμε ὅλα τὰχρέη μας ἀπέναντί του καὶστὴσυνέχεια μᾶς χρωστάει κιόλας; Ὁἅγιος Ἰω. ὁΧρυσόστομος, ὁπολλὰγράψας γιὰτὴν ὠφέλεια ἀπὸτὴνηστεία, ὁἴδιος πάλι γράφει, ὅτι δὲν ἀρκεῖμόνο ἡνηστεία. Ἂν νηστέψαμε, μὴν ἐπαναπαυθοῦμε, πὼς τάχα τελειώσαμε καὶδὲν ὀφείλουμε πλέον τίποτε.
«Νὰπαιδεύουμε τὴν διάνοιά μας, λέγει, νὰμὴν προφέρη τίποτε βλαβερό. Ὅμως κι ἂν ἀκόμη κάτι τέτοιο ἔλθη ἀπὸἔξω, αὐτὸνὰτὸξεφορτωνώμαστε ὡς περιττὸκαὶἰσχυρὸνὰμᾶς κάμη κακό. Κι ἂν βέβαια φυτρώση μέσα μας, ἂς τὸἐκδιώξουμε ὅσο ταχύτερα γίνεται μὲτὸν εὐσεβῆλογισμό. Μὴνομίσουμε δὲὅτι ἂν κρατήσουμε ἀσιτία μέχρι τὸβράδυ αὐτὸκαὶμόνο εἶναι ἀρκετὸγιὰτὴν σωτηρία μας. Διότι ἂν ὁφιλάνθρωπος Κύριος ἔλεγε στοὺς ἀγνώμονες Ἰουδαίους διὰτοῦπροφήτου, «Προσέξτε. Ἐπὶἑβδομῆντα χρόνια, ποὺἤσασταν αἰχμάλωτοι, μήπως νηστέψατε γιὰμένα; Ἂν πάλι φᾶτε καὶπιῆτε, ἐσεῖς τρῶτε καὶπίνετε. ὉΚύριος ὁπαντοκράτορας λέγει νὰκάνετε αὐτά. Δηλαδή, νὰβγάζετε δίκαιες ἀποφάσεις στὰδικαστήρια. Ὁκαθένας νὰδίνη ἔλεος καὶεὐσπλαγχνία στὸν πλησίον του. Νὰμὴκαταβασανίζετε τὴν χήρα, τὸὀρφανό, τὸν πρόσφυγα καὶτὸν φτωχό. Νὰμὴμνησικακῆἡκαρδιά σου κακία ἐναντίον τοῦἀδελφοῦσου» (Ζαχαρίας 7,5-6· 9-10).
Ἂν λοιπόν, γιὰἐκείνους ποὺβρισκόταν στὴν σκιὰκαὶστὸσκότος τῆς πλάνης, δὲν ἀπέδιδε κανένα ὄφελος μόνη της ἡνηστεία, ἂν δὲν κατόρθωναν αὐτὰποὺτοὺς εἶπε ὁπροφήτης. Δηλαδὴἂν δὲν ἐξόριζαν ἀπὸτὴν καρδιά τους τὴν κακία πρὸς τὸν πλησίον. Ποιὰἀπολογία θὰἔχουμε ἐμεῖς, ἀπὸτοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦνται πολὺμεγάλα; Καὶὄχι μόνο αὐτὰπροσταζόμαστε νὰπράξουμε, ἀλλὰἐπὶπλέον νὰἀγαπᾶμε καὶνὰεὐεργετοῦμε ἀκόμα καὶτοὺς ἐχθρούς μας. Ὅμως γιατὶλέγω μόνο νὰτοὺς εὐεργετοῦμε; Ἀφοῦμᾶς προτρέπη νὰεὐχώμαστε γιαὐτοὺς καὶνὰΤὸν παρακαλοῦμε καὶνὰἱκετεύουμε γιὰτὴν φροντίδα Του ὑπὲρ αὐτῶν. Τοῦτο βέβαια θὰεἶναι ἡμεγαλύτερη ὑπεράσπισί μας κατὰτὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Τὸνὰπαρακαλοῦμε γιὰτοὺς ἐχθρούς μας, αὐτὸκαθαρίζει τὰἁμαρτήματά μας. Ἂν δηλαδὴἔχουμε τέτοια αἰσθήματα γιὰὅσους μᾶς φέρονται ἐχθρικά. Ἂν καὶαὐτὴἡἐντολὴεἶναι πολὺδύσκολη. Ὅμως ἂν σκεφθῆς τὸἔπαθλο ποὺἀναμένει, ὅσους κατορθώσουν νὰἀγαποῦν τοὺς ἐχθρούς των, δὲν θὰφανῆκαὶτόσο βαρύ, ἔστω κι ἂν εἶναι πολὺμεγάλο! Καὶποιὸεἶναι αὐτό; Λέγει, «ἂν τὸκάνετε αὐτό, θὰεἶστε ὅμοιοι μὲτὸν Πατέρα σας τὸν οὐράνιο». Γιὰνὰμᾶς κάνη δὲσαφέστερο τὸν λόγο πρόσθεσε, «διότι ἀνατέλλει τὸν ἥλιο του πάνω σὲπονηροὺς καὶἀγαθούς, καὶβρέχει πάνω σὲδικαίους καὶἀδίκους» (Ματθαίου 5,45). Λέγει λοιπόν, νὰμιμῆσαι τὸν Θεό, ὅσο γίνεται μὲτὴν ἀνθρώπινη δύναμι».
εἰς Γένεσι ὁμ. Δ’ ΕΠΕ 2,98-100
μτφρσς ἀρ.νι.μα.







