Δ’. Ο ΠΙΟ ΕΠΕΙΓΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΣ… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ
Δ’. Ο ΠΙΟ ΕΠΕΙΓΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΣ… ΓΡΑΦΕΙ Ο
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ
Ψυχή μου ψυχή μου ἀνάστα τὶκαθεύδεις;…
ΜΙΑ ἀπάντησι σὲἕνα ἐρώτημα.
Γιατὶτέλος πάντων ὅλος αὐτὸς θόρυβος κι ὁσκληρὸς κόπος τοῦἐλέγχου τῆς ψυχῆς μας; «Πῶς εἶναι ἡψυχή μας; Καὶγιατὶεἶναι ἔτσι καὶδὲν εἶναι διαφορετικά; Καὶπῶς θὰἔπρεπε νὰεἶναι»; Τὴν ἀπάντησι μᾶς τὴν καταθέτει ἀπὸτὴν ἐμπειρία του ὁἅγιος Μακάριος ὁΑἰγύπτιος σὲδύο παραγράφους στὶς πνευματικὲς ὁμιλίες του. Λέγει. «Ὅπως σαὐτὰποὺβλέπουμε νὰσυμβαίνουν ἐδῶστὴγῆ, ὅτι δηλαδή, ὁβασιλιᾶς δὲν ὑπηρετεῖται ἀπὸἀνθρώπους ἄξεστους, ἀλλὰἀπὸὄμορφους καὶκαλὰἐκπαιδευμένους, ἔτσι γίνεται καὶστὸοὐράνιο παλάτι. Στὸν οὐρανὸτὸν βασιλιᾶτὸν διακονοῦν οἱἄμωμοι, οἱἀκατηγόρητοι καὶοἱκαθαροὶστὴν καρδιά. Ὅπως πάλι στὸπαλάτι γιὰτὴν συντροφιὰτῶν βασιλισσῶν ἐπιλέγονται ὄμορφες κοπέλλες χωρὶς νἄχουν κάποιο ψεγάδι, ἔτσι γίνεται καὶστὰπνευματικά. Κατὰτὸν ἴδιο τρόπο καὶκοντὰστὸν ἐπουράνιο βασιλιᾶπροτιμῶνται ψυχὲς ποὺεἶναι στολισμένες μὲὅλα τὰἀγαθά» (ὁμ. 15,45 Φιλοκαλλία ΕΠΕ 19α, 282).
Καὶἡδεύτερη ἀπάντησι λέγει. «Ὅταν ἡψυχὴἐξέλθη ἀπὸτὸσῶμα της τότε ἐκεῖἐκτυλίσσεται ἕνα μεγάλο μυστήριο. Ἂν ἡψυχὴεἶναι χρεωμένη μὲἁμαρτίες, ἔρχονται συντροφιὲς δαιμόνων, ἄγγελοι κακοί, καὶδυνάμεις σκοτεινές. Παραλαμβάνουν ἐκείνην τὴν ψυχὴκαὶτὴν κρατοῦν σὲδική τους περιοχή. Κανένας δὲν πρέπει νὰπαραξενεύεται μὲαὐτά. Διότι, ἂν, ὅταν ζοῦσε καὶὑπῆρχε στὴν ἐπίγεια ζωή, ἦταν ὑποταγμένη, ὑπάκουε καὶἦταν δούλη τους, πόσο περισσότερο εἶναι μαζί τους, ὅταν βγαίνη ἀπὸαὐτὸν τὸν κόσμο. Σίγουρα δεσμεύεται καὶκρατεῖται ἀπὸτοὺς δαίμονες. Βεβαίως παράλληλα ἀπὸτὴμεριὰτοῦἀγαθοῦπρέπει νὰσκεφτῆς, ὅτι ἔτσι ἀνάλογα εἶναι καὶἐκεῖτὰπράγματα. Διότι στοὺς ἁγίους δούλους τοῦΘεοῦἀπὸτὴν ἐπίγεια ζωὴτοὺς συμπαραστέκονται ἅγιοι ἄγγελοι, καὶπνεύματα ἅγια τοὺς περικυκλώνουν καὶτοὺς φυλάγουν. Ὅταν δὲἐξέλθουν ἀπὸτὸσῶμα τους, παραλαμβάνουν τὶς ψυχές τους συντροφιὲς ἀγγέλων σὲδικό τους μέρος, σὲκαθαρὸτόπο καὶἔτσι τοὺς παρουσιάζουν στὸν Κύριο» (ὁμ. 22,1 Φιλοκαλλία ΕΠΕ 7,372).
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κλείνουμε τὸν παρόντα λόγο μας μὲἕναν βαρὺδιάλογο ποὺἔκαμε ὁὅσιος Ἐφραὶμ μὲτὴν ψυχή του. Λέγει ὁἴδιος σὰν σὲἐξομολόγησι. «Καθόμουν μόνος μου σὲἕνα ἐρημικό, ἥσυχο καὶὑψηλὸτόπο. Σκεφτόμουν καὶμετροῦσα τὰσκηνικὰτοῦἐπίγειου βίου μου. Τὴν μέριμνα, τὴν σύγχυσι καὶτὸν θόρυβο. Δάκρυσα τότε καὶσυζήτησα μὲτὸν ἑαυτό μου ὡς ἑξῆς. Τελικὰαὐτὴἡζωὴχάνεται σὰν σκιά, τρέχει σὰν γοργοπόδαρος δρομέας καὶσὰν ἄνθος μαραίνεται! Λυπήθηκα μὲτὶς σκέψεις μου αὐτὲς καί, ἀφοῦστέναξα, εἶπα, ὅτι ἀγνοοῦμε μὲποιὸν τρόπο τρέχει ἡπαροῦσα ζωή. Κι αὐτὸγίνεται ἐπειδὴεἴμαστε δεμένοι μὲπράξεις καὶσκέψεις ἀπρεπεῖς ἐξ αἰτίας τῆς πνευματικῆς χαλαρώσεώς μας. Ἐνῶδὲσκεφτόμουν αὐτά, ξαφνικὰσήκωσα τὰμάτια μου στὸν οὐρανὸκαὶἦλθα σὲἔκστασι. Τότε ἔπεσε ἐπάνω μου φόβος πολὺς καὶμὲτὰμάτια τῆς καρδιᾶς μου ἔβλεπα τὸν Κύριο νὰκάθεται σὲἔνδοξο θρόνο καὶνὰλέγη τὰἑξῆς λόγια στὴν ψυχή μου.
Γιατί, ὦψυχή, περιφρόνησες τὸνυφικό σου δωμάτιο στὸν οὐρανό, ποὺεἶναι λουσμένο μὲἔνδοξο φῶς;
Γιατί, νύμφη μου, μισεῖς τὸν ἄχραντο καὶἀθάνατο Νυμφίο σου;
Γιατί, ψυχή, ἀδιαφορεῖς γιὰτὰἀγαθά, τὰὁποῖα ἐγὼἑτοίμασα καὶβρίσκονται στὸφῶς τῆς αἰωνίου ζωῆς;
Γιατί, ψυχή, δὲν ἔχεις πόθο νὰμὲσυναντήσεις;
Γιατί, ψυχή, δὲν ἔχεις ἀναμμένη τὴν λαμπάδα σου καὶδὲν μὲπεριμένεις, ἐνῶἀκούγεται ἡφωνή, Ἰδού, ὁΝυμφίος, βγῆτε ἔξω νὰτὸν ὑποδεχθῆτε μὲχαρά;
Γιατί, ψυχή, τόσα χρόνια δὲν φρόντισες νὰἀποκτήσης νυφικὸφόρεμα, ποὺνὰἀξίζη γιὰτὸν γάμο σου;
Γιατί, ψυχή, δὲν λαχταρᾶς νὰεἰσέλθης στὸν ἅγιο θάλαμο τοῦοὐρανοῦ;
Γιατί, ψυχή, μισεῖς ἐμένα τὸν Ἀγαθό, ποὺσὲλύτρωσα ἀπὸτὸν αἰώνιο θάνατο;
Ἐγώ, ψυχή, γιὰχάρι σου κατέβηκα ὡς τὸν θάνατο, γιὰνὰμπορέσης ἐσὺνὰἔλθης δίπλα μου ὡς νύμφη.
Σοῦχάρισα πλούσιο μερίδιο στὴν αἰώνια βασιλεία μου.
Ἐγώ, ψυχή, ὡς βασιλιᾶς, σοῦδώρησα ὅλα τὰἀγαθά μου.
Ἐγώ, ψυχή, γιὰσένα ἦλθα στὴγῆκαὶἔγινα ἄνθρωπος ἐπιθυμώντας νὰλυτρώσω τὴν ζωή σου ἀπὸτὴν φθορά.
Ἐγώ, ψυχή, παραπάνω ἀπὸὅλα τὰδημιουργήματά μου τίμησα καὶὕψωσα ἐσένα.
Ἐγώ, ψυχή, ἑτοίμασα γιὰσένα νυφικὸδωμάτιο καὶπρόσταξα ἀγγέλους νὰὑπηρετοῦν στὸδωμάτιο αὐτό, τὸὁποῖο ἑτοιμάστηκε, γιὰνὰεἰσέλθης ἐσὺμετὰχαρᾶς.
Ἐσὺὅμως, ψυχή, περιφρόνησες τὸν οὐράνιο Νυμφίο καὶτὰμεγαλειώδη ἀγαθά, ποὺἑτοίμασα γιὰσένα.
Δὲν μοῦλές, μὲποιὸν ἄλλον μπορεῖνὰεἶσαι ἐρωτευμένη ἐκτὸς ἀπὸμένα, ποὺσώζω ὅλην τὴν κτίσι μὲτὸἔλεός μου;
Ποιὸς πατέρας μπορεῖνὰδώση στὰπαιδιά του ζωή, σὰν κι αὐτὴποὺδίνω ἐγώ;
Γιατί, ὦψυχή, ἐγκατέλειψες ἐμένα καὶπόθησες ἐκεῖνον τὸν ἄλλο, τὸν ξένο καὶἀπαίσιο; ΑΜΗΝ. (ὁσίου Ἐφραὶμ Σύρου, Περὶφόβου ψυχῆς, ἔκδ. Περιβόλι τῆς Παναγίας τ.Β. σελ. 34-36).
9.4.2020 κυριαρχοῦντος ἐπὶτῶν πλανηταρχῶν τοῦκορωνοϊοῦ
ἀρ.νι.μα.








