Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Κήρυγμα Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας για την Κυριακή Ε´ Λουκά (3 Νοεμβρίου 2024)

Κήρυγμα Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών

και Εορδαίας για την Κυριακή Ε´ Λουκά (3 Νοεμβρίου 2024).

Εὐαγγέλιο: Λουκᾶς 16:19-31

Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦΛαζάρου

Ἡ παραβολή, ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, κάνει λόγο γιὰτὸν πλούσιο καὶ τὸν πτωχὸ Λάζαρο. Ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν καλὴ χρήση τῶνἐπιγείων ἀγαθῶν. Σὲ αὐτὴν τὴν παραβολὴ ὁ Κύριος δὲνπαίρνει εἰκόνες ἀπὸ τὸν φυσικὸ κόσμο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸνμεταφυσικὸ καὶ ὑπερφυσικὸ κόσμο. 

Τὸ πρῶτο πρόσωπο τῆς παραβολῆς εἶναι ἕναςπλούσιος. Ἐξωτερικὰ ἦταν ντυμένος μὲ τὴν πορφύρα, ἔνδυμα κόκκινο καὶ πανάκριβο, καὶ ἐσωτερικὰ μὲ τὴβύσσο, δηλαδή, λεπτὸ λινὸ ὕφασμα. Κάθε μέρα ζοῦσε μὲἀπολαύσεις καὶ φανταχτερά. Ἀξίζει νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ πλούσιος ἀναφέρεται χωρὶς τὸ ὄνομά του. Βέβαια εἶναιπαραβολή, καὶ δὲν θὰ περιμέναμε κάποιο συγκεκριμένο ὄνομα. Ὅμως καὶ αὐτὸ ἔχει τὴ σημασία του. Τὸ δεύτερο πρόσωπο εἶναι ὁ πτωχός, τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἀποκαλεῖΛάζαρο. Ἐπίτηδες τὸν ὀνομάζει ἔτσι, γιατί τὸ ὄνομαΛάζαρος σημαίνει, ὁ Θεὸς εἶναι βοηθός μου. Τὰ ὀνόματατῶν δικαίων εἶναι γραμμένα καὶ στὴ βίβλο τῆς ζωῆς. Ὁ Λάζαρος ἦταν παραπεταμένος μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦπλουσίου καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ὅμως δὲνἦταν μόνον πτωχός. Ἦταν καὶ γεμᾶτος πληγές. Ἐπειδὴ δὲἦταν σχεδὸν γυμνός, οἱ σκύλοι ἔρχονταν καὶ ἔγλειφαν τὶςπληγές του. 

Αὐτὰ συνέβαιναν σὲ αὐτὴν τὴν ζωή. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ αὐτὴκάποτε τελειώνει. Εἶναι σὰν τὴν αὐλαία τοῦ θεάτρου, ποὺκλείνει καὶ τελειώνει τὸ θέατρο.

Ἀπέθαναν καὶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος καὶ ὁ πλούσιος. ΤὸνΛάζαρο οἱ ἄγγελοι τὸν μετέφεραν στὶς ἀγκάλες τοῦἈβραάμ, στὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦπλουσίου μεταφέρθηκε στὴν ἀγκάλη τοῦ πολὺ πλουσίου Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ πλούσιος, ἦταν πάντα φιλόξενος. Συνέβη νὰ πεθάνει καὶ ὁ πλούσιος, ποὺ ὁπωσδήποτε τὸνἔθαψαν μὲ τιμές, πομπὴ καὶ πολυτέλεια. Αὐτὸτοὐλάχιστον ὑπονοεῖ τὸ ρῆμα «ἐτάφη», σὲ ἀντίθεση μὲ τὸνθάνατο τοῦ Λαζάρου, ποὺ ὡς πτωχὸ καὶ γεμᾶτο πληγὲςμπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἔρριξαν σὲ ἕνα λάκκο. 

Ἐδῶ στὸν ὑπερφυσικὸ κόσμο ἀλλάζουν τὰ πράγματα. Ὁ πλούσιος βασανίζεται. Εἶναι στὸν ἅδη, ποὺ δὲνσημαίνει ἀπαραίτητα τὴν κόλαση, ἀλλὰ τὴν κατάσταση τῆς ἀτέλειωτης δυστυχίας, ἡ ὁποία θὰ αὐξηθεῖ στὴ γενικὴκρίση. Σηκώνει τὰ μάτια του καὶ βλέπει ἀπὸ μακριὰ τὸνἈβραὰμ καὶ τὸν Λάζαρο στοὺς κόλπους του. Εἶναι πολὺβαρὺ γι’ αὐτὸν νὰ βλέπει τὸν Λάζαρο νὰ ἀπολαμβάνει τὴγαλήνη, ἐνῶ αὐτὸς βασανίζεται. Φωνάζει καὶ ζητεῖ ἀπὸτὸν Ἀβραάμ, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ πατέρα, νὰ τὸν λυπηθεῖ, νὰ στείλει τὸν Λάζαρο, γιὰ νὰ βουτήξει τὴν ἄκρη τοῦδακτύλου του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσει τὴ γλῶσσα του, γιατί βασανίζεται μέσα σὲ αὐτὴν τὴ φλόγα. Ἡ εἰκόνα τῆςφωτιᾶς δὲν σημαίνει ὑλικὴ φωτιά. Ἁπλῶς ἡ Γραφὴχρησιμοποιεῖ εἰκόνες ἀνθρώπινες, γιατί αὐτὲςκαταλαβαίνουμε. Ὁ Ἀβραάμ, ποὺ ἀποκαλεῖ τέκνο τὸνπλούσιο, μολονότι ἀποδείχθηκε ἀνάξιος, τοῦ θυμίζει, ἐπειδὴ οἱ νεκροὶ διατηροῦν τὴν ἀνάμνηση τῆς ἐπίγειαςζωῆς, ὅτι ἀπόλαυσε στὴν ζωή του τὰ ἀγαθά του, δηλαδή, τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Ἀντίθετα ὁ Λάζαρος ἀπόλαυσε τὰ κακὰτῆς δυστυχίας του. Μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερικότητα ἔζησεμέσα στὴ φτώχεια καὶ στὴν ἀρρώστια. Τώρα ἐκεῖ πλέον ἔχει τὴν παρηγοριά του, ἐνῶ ὁ πλούσιος βασανίζεται. Ἄλλωστε ὑπάρχει μεγάλο χάσμα ἀνάμεσα στὶς δύο καταστάσεις, ἀδιάβατο. Ἡ λέξη «χάσμα» εἶναιἀνθρωπομορφική. Δηλώνει ὅτι στὴ μετά θάνατον ζωὴ δὲνμπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στοὺς δικαίους καὶ στοὺς ἀδίκους. 

Ἀλλὰ ὁ πλούσιος ἐπιμένει καὶ παρακαλεῖ τὸν Ἀβραὰμνὰ στείλει τὸν Λάζαρο στὸ πατρικὸ σπίτι, στοὺς πέντε ἀδελφούς του, γιὰ νὰ τοὺς βεβαιώσει σχετικὰ μὲ ὅσασυμβαίνουν σὲ ἐκείνην τὴ μετὰ θάνατον κατάσταση καὶνὰ μὴ ἔλθουν στὸν τόπο, ὅπου αὐτὸς βασανίζεται. Ἐνῶ δὲὁ Ἀβραὰμ τοῦ τονίζει ὅτι ὀφείλουν νὰ ἀκούσουν ὅσαγράφουν ὁ Μωυσῆς καὶ οἱ προφῆτες, ὁ πλούσιος ἐπιμένειὅτι θὰ μετανοήσουν, μόνον ἐὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς νεκροὺςπάει σὲ αὐτούς. Ὅμως ὁ Ἀβραὰμ εἶναι κατηγορηματικός. Ἐὰν δὲν ὑπακούσουν στὸν Μωυσῆ καὶ στοὺς προφῆτες, δὲν πρόκειται νὰ πεισθοῦν, οὔτε καὶ ἂν κάποιος νεκρὸςἀναστηθεῖ. Θὰ φύγει ἡ πρώτη τους ἐντύπωση καὶ πάλι θὰγυρίσουν στὴ σκληρότητά τους. 

Στὴν περικοπή μας, ἀγαπητοί μου, δίνεται ἀπάντησηστὸ πρόβλημα, ποὺ ὀνομάζουμε κοινωνικὸ πρόβλημα. Γιατί ὑπάρχει αὐτὸ τὸ πρόβλημα; Γιατί ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ εἶναι ποὺ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο ἄπληστο νὰ μὴξέρει τί ἔχει, ἐνῶ δίπλα του ὑπάρχει ὁ πτωχός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ δὲν ἔχει μὲ τί νὰ ζήσει. Οἱ κοινωνικὲςἀνισότητες εἶναι ἐμφανεῖς. Σήμερα ὑπάρχουν πεινασμένοι, γιατί ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ σπαταλοῦν, ποὺ χορταίνουν καὶδὲν ὑπολογίζουν τί κάνει ὁ ἀνήμπορος. Ἡ σπατάλη εἶναιπρόκληση γιὰ πολλούς. Ξοδεύουμε, ἐνῶ ἄλλοι δὲν ἔχουνμὲ τί νὰ ζήσουν. Ὁ Χριστιανισμὸς ἔλυσε τὸ ζήτημα τῶνκοινωνικῶν ἀνισοτήτων ἀθόρυβα καὶ ἀποτελεσματικά. Ὄχι μόνο γιατί στὴν πρώτη Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχανπτωχοί, ἐφ’ ὅσον οἱ ἔχοντες ἔδιναν καὶ ὅλοι ἦσαν ἴσοι. Τὰεἶχαν κοινά, πωλοῦσαν τὶς περιουσίες τους καὶ τὰ χρήματα τὰ διαμοίραζαν σὲ ὅλους ὅσοι εἶχαν ἀνάγκη. Ὄχι μόνο γιατί ὑπῆρχε ἕνας Βαρνάβας, ποὺ πούλησε τὸ χωράφι του καὶ ἔδωσε τὴν ἀξία του στοὺς ἀποστόλους. Ὄχι μόνο γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ὀργανώσει δίκτυο φιλανθρωπίας ἐξαίρετο καὶ θεωροῦσε τὴ συλλογὴ τῶν εἰσφορῶν“λειτουργία”, πρὸς ἀνακούφιση τῶν διωκομένων πιστῶντῆς Παλαιστίνης. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ Χριστιανισμός, χωρὶςκαμμία ἐπανάσταση, χωρὶς βία, ἄλλαξε τὰ δεδομένα καὶκατήργησε τὶς διακρίσεις σὲ πτωχοὺς καὶ πλουσίους, σὲδούλους καὶ κυρίους. Ἔλυσε τὸ πρόβλημα στὴ ρίζα του, γιατί τόνισε τὴν μερικὴ ἀξία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὴνἀξιοποίησή τους γιὰ τὴ μετά θάνατον ζωή, τὴν ἰσότητα.

Αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι ἀνάγκη πρῶτα φυσική, δεύτερο ἀνθρώπινη. Εἶναι καὶ ἀδιάψευστος λόγος τοῦ Κυρίου. Ὅταν βλέπουμε σήμερα τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, νὰεὐδοκιμοῦν οἱ κακοὶ καὶ νὰ δυστυχοῦν οἱ καλοί, πολλοὶἀναλογίζονται ἄν ὑπάρχει Θεός. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴνὑπάρχει Θεός, νὰ εἶναι ἄδικος; Τὰ πάντα κραυγάζουν ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει καὶ δὲν εἶναι ἄδικος. Εἶναι δίκαιος καὶ θὰἀνταποδώσει στὴν ἄλλη ζωή, ὅπως συνέβη μὲ τὸνπλούσιο, ποὺ ἀπόλαυσε τὰ ἀγαθά του στὴν ἐπίγεια ζωή του, ἐνῶ ὁ Λάζαρος τὰ «κακά», ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε ὡςδοκιμασία. Ἐπειδὴ μόνος του δὲν τὰ διάλεξε, ἀλλὰ ὁ Θεὸςτὰ ἐπέτρεψε ὡς πειρασμό, ὡς δοκιμασία, γι’ αὐτὸ στὴνπαραβολὴ δὲν διαβάζουμε ὅτι αὐτὰ ποὺ ὑπέφερε, ἦτανδικά του. Ὅλοι, ἐπίσης, θέλουμε νὰ ζήσουμε παντοτινά. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν αἰώνια ζωή, γιὰ νὰἱκανοποιήσει αὐτὴν τὴ δίψα μας. Ἀλλὰ ἔχουμε καὶ τὸνἀληθινὸ λόγο τοῦ Κυρίου, ὅτι θὰ ἔλθει πάλι, γιὰ νὰ μᾶςκρίνει κατὰ τὰ ἔργα μας, ὁ δίκαιος Κριτής.

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως