Pantelidis
Ioannou
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Πάμιστι στ’ἁλώνια ρά… (γράφει ο Αρχιμανδρίτης π. Νικηφόρος Μανάδης

Πάμιστιστ’ἁλώνιαρά….

ἸλάτιράΘὰρθῆτιρά; –Σιαποῦρὰπααίντιἰσεῖς; –Νάράπααίνουμισιαπέραστοὺν Κάμπου. –Ἰκεῖστ’παπποῦτ’Στέργιουτοὺχουράφ’,γίνκηφέτουτρανὴσυγκεντρουσγιὰτ’ἁλώνια. –Ἴφιρανκιὅλατὰδιμάτχιαἀπ’ τςθημουνιέςΤὰκουβάλτσανμὶτὰμπλάργιαἈπ’ σιαπὰνἀπ’τὰἸσιώματαἀπ’τοὺν Πύργου, ἀπ’ τ’Σιδέρ’,ἀπ’ τ’Γιάνν’ τ’Λάκκαἀπ’ τ’Βασίλ’ τ’Λάκκαἀπ’ τ’Βλάχ’ τ’Στρούγγαἀπ’ τ’Ἀπουκόλουμαἀπ’ τ’Ζέρβαἀπ’ τὰΚούτσουρα, ἀπ’ τοὺΡιζόἀπ’ τοὺΚαλάμ’, ἀπ’ τςΣτινούριςἀπ’ τοὺΚουφουλόγγ’, ἀπ’ τοὺΚαραούλ’, ἀπ’ τὰΜαυρόϊαἀπ’ τ’Μπαζανίκαἀπ’ τοὺΝουφανόἀπ’ τὰΠαλιάμπιλαἀπ’ τοὺν Σταυρό, ἀπ’ τὰΓκουλιαβάργιαἀπ’ ‘νΤσιούκαἀπ’ τ’Μπατᾶἀπ’ τὰΜπατζιλίκιαἀπ’ τςΓκουρτσιέςἀπ’ τοὺΛειβάδ’, ἀπ’ τ’Γκόλιαβ’ τ’Ράχ’, ἀπ’ ‘νἸτιάἀπ’ τςΧαλκιόπις,ἀπ’ τὰΤσακνάθκα,ἀπ’ τοὺνΠαλιάμπιλουἀπ’ τ’Διμοιρίαἀπ’ τὰΚέδρα κι ὅπ’ εἶχανχουράφχιαστὰλυκουρέματαὅλα.

Ἀ ράεἶδαμνιὰ μέρα δγυὸμκρὰπιδγιὰνὰφέρν’ μὶτὰμπλάργιατςδιμάτχιαἀπ’ σιαπικεῖθιἀποὺ ‘νΤσιούκαΕἶδα κι φουβήθκαΣὰννὰπάηνανδγυὸθημουνιέςστοὺν δρόμουμαναχιέςτις. Κι τοὺἕναβάϊζικάμπουσου.

Ἰκεῖ στ’ συγκέντρουσ’ ξανὰ θημώνιαζαν. Ἔρχουνταν στ’ μέσ’ ἡ πατόζαμὶτοὺμιγάλουτοὺμπουρὶἁπ’ἔβγαζιτἄχυρουἼφιρνανἕνατρακτὲρΛάντςμὶσιδηρένιςρόδιςκιἕναμπόκμπόκμπόκἁπ’ σὶξικούφηνιἜβγαζικιἕνανδαυλιάρκουμαυρουχαχαλιασμένουκαπνόἈ κι μὶἕναδυνατὸλουρὶ-ἱμάνταςἔδουνικίνησ’ σμπατόζαΤοὺλουρὶαὐτδὲνφλάγουνταν, κιἅμακάναςἦτανξίκουςκιἀνέφταγουςαὐτὸἔκουβικιφάλια κι χέργιαἩ πατόζαἦτανμνιὰξυλέϊνκατασκιβήἈπάνουτςδὲνεἶχικάτ’ μηχανή. Ἔπιρνιμπρὸςτοὺἀνιβατόρ’, ξικινοῦσαν κι τ’ἄλουγα κι ἄλλαλουργιάἜτσιαςτἄλιγάμιἰμεῖςτὰπιδγιάΤοὺνἄλλουνκιρό,ἁπ’ τνεἶχανἀφμένἰκεῖστοὺΤυρουκουμείου,ἰμεῖςτὰπιδγιὰἔμπηνάμι μέσα κι ‘νἰξιρηβνούσαμι.Στ’ἀνιβατόρσνκάτ’ τ’μιριὰἕναςἔβαζιτὰδιμάτχιακιἕναςσνηπανἦταν ἡ ταϊστήςἜκουβιτοὺδιματκμὶμκρὸλιλέκ’, κι τάϊζι-ἔρχνιὅλουτοὺδιμάτ’ μέσα. Κι ἀρχινοῦσι ἡ δλιά.Ἄλουγαἴλιγάμιαὐτὰποὺκουπανοῦσαντὰ στάχυα κι ἔπιφτιτοὺστιάρ’. ὝστιρατοὺκουσκνοῦσανδιάφουρακόσκναἜπιφταντὰἄγανατὰσκύβαλα,δαυλὸςἶρα, ἡ βίκους,τὰ κότσαλα, ἡ χνούμ κι τσμμάζιβι ἡ νοικουκυρὅλαγιὰτςκότις κι τὰχοιράδγιατς. Ἡ νοικουκύρςσάκκιαζιτοὺστιάρ κι ζύϊαζιἜδουνικι τοὺδικαίουμα-ἀξάϊστοὺνμάστουρατςπατόζας. Τέλους μάζουνικι τ’ἄχυρουπ’χρειάζουντανγιὰτὰζουντανάτ’ στοὺχειμῶνα.Τ’ἄχυρουτοὔφιρνανσνἀχυρῶναἸκεῖἰμεῖςτὰπιδγιὰεἴχαμιγλέντ’, πατούσαμιτ’ἀχέραταΚυνηγιούμασταν ἢ πχιάνουμάστανἀπ’ τςγριντιὲς κι φκιανάμιμέσ’ στ’ἄχυρακουτρουμπλίτσιςΝὲσκόν’ νὲπλιμόνιανὲτάχα θὰπάθνκαμνιὰλοίμουξτὰπιδγιάνὲκαντίπουτας.

Ὅλιςαὐτέςοἱ λέξεις τ’ἁλουνισμοῦεἶνιἀρχαῖις!!! Αἰῶνιςπρουτοῦἀκόμανὰφανοῦνοἱἔρμ’ οἱΣκουπχιανοὶαὐτοῦϊαςσιαπάν’. Τί νὰτςπῆςκιἀφνούς;

ΕἴπητικάναςτίπουταςγιὰτὰΣκουπχιανὰτὰτραγούδγιαποὺτραγούτσανστ’Βεύη κι αὐτοῦϊαςσιαπέραἜμκι τί ἄλλουθὰμᾶςπήτιρά;

Ἄειἀρνιμα. Τί νὰτοὺνπῆςκιαὐτόν;

6.7.2025