Παιδεία που ποδηγετεί στην ακοινωνησία… Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς
Καινούργια χρονιά και επιφυλλίδων τακτή συνέχεια. Γιατί η συνέχεια, τι
εξυπηρετεί η επιφυλλιδογραφία; Μα, απολύτως τίποτα, ολοφάνερα και προκλητικά είναι «διακοσμητικός» για την εφημερίδα (την κάθε εφημερίδα) ο χαρακτήρας της επιφυλλίδας. Ταξινομείται στις «απόψεις» – οι αναγνώστες (που συνεχώς λιγοστεύουν) θέλουν να τους προσφέρει η εφημερίδα και ένα menu (ποικιλία, ανθολόγηση) γνωμών, θεωρήσεων, αξιολογήσεων του ρεπερτορίου της «πληροφόρησης».
Τίποτε από αυτά σήμερα. Είναι αμφίβολο αν κατανοούν τη γλώσσα μιας τέτοιας εκπαιδευτικής πολιτικής οξυνούστατοι πρώην Παιδείας ή «προοδευτικές» απομιμήσεις τους επικαιρικές. Μοιάζει να έχουμε οριστικά επιλέξει τον ζυγό της στυγνής χρησιμοθηρίας, μάλλον ανυποψίαστοι για τις συνέπειες. Γι’ αυτό και, εντελώς αυτονόητα, οι κυβερνήσεις που μας κυβερνούν, ανεξάρτητα από το πώς αυτοδιαφημίζονται, ακολουθούν την εντελώς ίδια εκπαιδευτική πολιτική, σαράντα επτά χρόνια τώρα.
Διά του λόγου το ασφαλές, ας θυμηθούμε τη συντελεσμένη πια, δεκαετίες τώρα, υποκατάσταση του σχολείου από το «φροντιστήριο» – το φροντιστήριο «έργο», το σχολείο «πάρεργο», και κανένας δεν μιλάει για τις κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της εγκληματικής διαστροφής. Δεν μπορεί μια κοινωνία να διολισθήσει σε χαμηλότερο επίπεδο μορφωτικής αγωγής, εξευτελισμού του εκπαιδευτικού υπουργήματος. Το «φροντιστήριο» αυτονόητο στη μέση παιδεία, και το εξουσιαστικό καθεστώς των κομματικών νεολαιών μέσα στα πανεπιστήμια, είναι η ντροπή της σύγχρονης Ελλάδας, η πιο καταστροφική υπονόμευση της ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού.
«Ντροπή», «ιστορική επιβίωση»: λέξεις κενές, δίχως εμπειρικό σημαινόμενο για πρώην και νυν υπουργούς Παιδείας. Δεν τους αγγίζει, όσες φορές κι αν τεθεί, το μακάβριο ερώτημα: Γιατί το Ελληνόπουλο, από το Δημοτικό ώς το Πανεπιστήμιο, καταστρέφει με ψυχοπαθολογική μανία ό,τι είναι δημόσιο; Του παραδίδεις καινούργιο, καλοφτιαγμένο σχολικό ή πανεπιστημιακό κτήριο, ζηλευτό. Και σε τρεις μήνες το Ελληνόπουλο το έχει ατιμάσει, ευτελίσει, καταστρέψει. Με τον σουγιά, τον μαρκαδόρο, το σπρέι, την αφισοκόλληση. Γιατί; Ποιον εκδικείται; Γιατί αχρηστεύει τα σήματα και τις πινακίδες της τροχαίας κυκλοφορίας; Γιατί θέλει να ταλαιπωρεί, με παθιασμένο σαδισμό, τους άγνωστους συμπολίτες του; Ας τολμούσε ένας, οποιουδήποτε κόμματος, υπουργός Παιδείας ή Πολιτισμού να αναμετρηθεί με αυτά τα ερωτήματα.
Εχει καίρια σημασία τα ουσιώδη να επαναλαμβάνονται: Η Δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι κατόρθωμα. Δεν αρκεί να έχεις Βουλή, εκλογές, Δικαστήρια, εποπτικές και ελεγκτικές Αρχές, για να έχεις δημοκρατία. Οταν δεν κατορθώνεις το κατόρθωμα, κάποια, οποιαδήποτε κρίσιμη για το πολίτευμα κοινωνική ομάδα οφείλει να υπερασπίσει τη Δημοκρατία. «Διά παντός μέσου», επιτάσσει το Σύνταγμα (άρθρο 120, 4). Να συντηρείται η κατάλυση της Δημοκρατίας με πρόσχημα τις επιφάσεις Δημοκρατίας, είναι μόνο απάτη.







