Να ιλί εκείνον ντ` έκαμεν σα δύο τη Κουντούρ`, τη Παναΐας…. του Δημήτρη Λαμπρόπουλου
Να ιλί εκείνον ντ` έκαμεν σα δύο τη Κουντούρ`, τη Παναΐας.
Αλίμονο σε εκείνον που δούλεψε στις δύο Φλεβάρη, της Παναγιάς.
Γνωμικό Πόντου. Κούντουρον, ο έχων κοντή ουρά, πχ ο Φλεβάρης.
02.02.2022
Κάθε δύο του Φλεβάρη, `μέρα της Υπαπαντής, αλλά και σαραντισμού της Παναγιάς,
τα λέμε με τον Γιώτη Καλομενίδη, που `ναι της γιορτής του.
Γιορτή και της φιλίας μας, απ` τα τιμαλφή της νιότης και ζωής μου.
Του Γιώτη του ήθους, του αξιακού φορτίου, της ευγένειας, της ευαισθησίας.
Του Γιώτη της έντιμης αριστεράς και αγωνίας για τoν τρόπο του πολίτη στη δημοκρατία.
Του Γιώτη των vintage προσευχών για τον ΠΑΟΚ του Κούδα, τις ταινίες του Φασμπίντερ,
τον έναν Χρύσανθο και τον Ιωσήφ Στάλιν.
Tον Γιώτη της Δόμνας. (και της Χρύσως)
Κάθε δύο του Φλεβάρη κουβεντιάζουμε για τον Γκιουνέϊ, τον Μίκη, τον Αϊτμάτωφ,
τα Σούρμενα του λίκνου του, τη θεία του τη Μόρφω που με μεγάλωσε, ένα κίτρινο Pony
και την πανίδα στο βιβλιοπωλείο της Δόμνας.
Α! λέμε και για τη φορά που εξυπηρέτησε, με λοιπούς συντρόφους, τις διεθνιστικές του ονειρώξεις στη συγκομιδή ζαχαροκάλαμου της μπριγάδας Χοσέ Μαρτίν στην Κούβα. Βέβαια, το ύφος του όταν σπουδαιολογεί τις κουβανέζες συντρόφισσσες,
με κάνει συνέχεια κ` αμφιβάλλω για το “διεθνιστικές“ του ταξιδιού τους.
Για το “ονειρώξεις“ όμως των συντρόφων, δεν αμφιβάλλω. Ποτέ και εν γένει…
Δύο τη Κουντούρ, πάντα ας είν` τη Γιώτη…
Ο Γιώτης `φέκεν κ` έφυεν, σα εύκαιρα ευρέθεν,
σον Άδην καταθάρρεσεν, ερούξεν σο τουζάχιν,
`παίρεν στράταν αγροτερίδ`, δύσαν καπατεμένον,
και ξάι οπίς` κ` ετέρεσεν, κ` έρθεν σο πουσμανλούκιν,
`φέκεν χατίριν άκλερον, άγραφον βεσιάτιν,
κεντής μουράτεα απλέρωτα και βίον δίγως στέβος,
εφέκεν φίλτς και συγγενούς, γεσίρεα `ρωθυμίας,
και σ` οσπιτί ατ το τεμέλ λεβόριν πικρασέαν,
σ` εναύλιν και σα κλάδοπα τ`, σκοτίαν, ορφανίαν,
και σ` αδελφού το ένοικον δάκρεα, μαυρολαλίας.
Πάντα σα δύο τη Κουντούρ` τον Χάρον έσσ` κομπώνει,
γελά τη Άδ` τον σααπήν και σο Γιαλό `χτρατίζει,
φαίνεται σου Καρακαντζή, θα βγαίνει σον παρχάριν,
εφάνθεν σoυ Xαλανική, για τη Ματούρ` δρομάεν`,
και σου Πεντέκ` το κυπαρέσσ` έφτασεν κοντοφτάνει,
πιδέβεν το Αγάτς-πασή, εστάθεν σα Χαρμάνεα,
εξέβεν ση Ποπαγιορδάν, κρένερον να χορταίνει.
Να βγαίνει σο Σουλτάν-Μουράτ να δι` τη γνωριμίαν,
σου Τσικολί τη μειζετέρτς, ση Τσίτας το μεζλίσιν.
Να βγαίνει σο Τσελίκ-τιζί να δι` παραγγελίαν,
ση Χουμουρκιάν` την αρσανάν, σ` οψίκ τη αγιαμόλας,
ας στέκ`νε εκεί σο κούλισμαν και σην καβέν μη πάνε,
κι ο ποπά Σάββας τη Τσιρόζ`, ας κρούει την καμπάναν.
Τη Τζώς λαλίαν έσκισεν, τελάλην θελ` ξαμώνει.
Γιώτης μενεί σα κυρουκά τ` και επεκεί ση κάλην
μενεί τα Λαμπροήμερα κ` επέκει μοιρολόιν,
σα κυρουκά πρωτάνοιξην, σην κάλην χαλαρδίαν,
σον κύρ`ν ατ στιχαρεάσματα, σην κάλην ατ την κλαίην,
σην μάναν αίχτριαν τη Θεού, σα χάταλα τ` τα λίβεα.
Σην Χρύσω στείλει τον σαήν και σον Ανέστην γράμμαν,
το ποροζάνιν ας φυσά τη Πογαλούς τσοπάνον,
σου Μεξεζί το σταυροστράτ` ας παίζνε τα τσαλγούγια
ση Γραίας τα ανέφαρα ας παίζ` η κεμεντζέν`ι.
Εσσ` κ` έρται ο καλόγνωμον, έρται το πρωτικάριν,
έρται ο Γιώτης τη Φασκού, τη Τόμνης η εσσιάν`ι,
τη μάνας ατ` το λαλασάρ`, τη κύρ` περηφανία,
φορέστεν λώμαν έξεργου, το ταχταπός ορθεάστεν,
θεκέστεν κούμ` σην εμπροστή κ` άψιμο σα κουρία,
φέρτεν νερόν ας πλύσκουμαι, αγνά στράτας δρομεάγα,
άψτεν φουρνίν τη Κερεκής και το ξεήρ` σιλέψτεν,
χαλκόν τιζέψτεν σο κρεμούλ`, παρακαμής φαΐα,
τυροκλωστή `ρωθύμεσα, γουλία τανοσούρβιν,
τη ξυλαγκί το βούτουρον, τη δορβανί τ` αϊράνιν
στέας και χαψολάβασο τη χάρας παραμόνεα…
Οσήμερο δύο τη Κουντούρ` πάντα εσσ` κ` έρται ο Γιώτης,
εσσ` κ` έρται σο συντύσσεμαν, εσσ` κ` έρται σ` αποσκάλιν,
έρται και παρακάθουμες, λασσ` παίρομε μεράκεα,
τη ψυ`ς σενέτεα, χρέατα, η χώρα ντο κι ξέρει,
κ` εείνα ντο χρωστώ ατον, ας διγ` ατα και πάει,
κ` εείνα ντο χρωστεί με πα, έρχαλ` ν` επεξοφλίζει…
Εε Γιώτη?
Some help!
Λοιπόν…
Ιαμβικός κλεπταποδόχος ιδιωματισμών Χαλδείας, Ματσούκας, Κάρς,
Σεβάστιας, Τραπεζούντας, Σουρμένων.
15σύλλαβος, της δημώδους ποίησης, της μόνης λαοκρατίας- για να γουστάρει
κι ο Γιώτης.
Για το Γιαλό, του Χουμουρκιάντων, το Καρακαντζί, το Χαλανικί, που είναι χωριά των Σουρμένων, όπως του Τσίτα και του Τσικολί που `ναι της καταγωγής του.
Για το Πεντέκ και της Γραίας τον ανήφορο-σταυροδρόμια προς τις εξοχές, για το Ματούρ, την Πογαλού, το Τσελίκ Τιζί και το Σουλτάν Μουράτ, τα παρχάρια-βοσκοτόπια στον άξονα Σουρμένων-Οφιούντας.
Για του Ποπαγιορδάν-σουή, την πηγή στο δρόμο για την Τζώς, το μεγάλο παρχάρι του τόπου.
Για τις εθιμικές συμπεριφορές του κουλίσματος του γαύρου και του τραγουδιού της εγιαμόλας, happening στην καθέλκυση των νεότευκτων καϊκιών από τους ταρσανάδες.
Όλα τους Νάμα, όλα τους Ζαβαρακατρανέμια της πρώτης προσφυγικής γενιάς των Σουρμενιτών.
More help!
Δύο Φλεβάρη, πάντα του Γιώτη ας είναι
Ο Γιώτης άφησε και έφυγε, βρέθηκε αμέριμνος
πείστηκε από τον Άδη, έπεσε στην παγίδα
πήρε δρόμο φοβερό, με ομίχλη σκεπασμένο
καθόλου δεν κοίταξε πίσω του, δεν το μετάνιωσε,
άφησε χατίρι άκληρο και άγραφη τελευταία επιθυμία,
του εαυτού του πόθους ατελείς και βιός χωρίς σκεπή,
άφησε φίλους και συγγενείς, αιχμάλωτους της πεθυμιάς,
και στου σπιτιού του το θεμέλιο ελέβορο και πίκρα
στην αυλή και στα κλαδιά του, σκοτάδι και ορφάνια
και στου αδελφού το σπίτι δάκρυα και μοιρολόγια
Ο Γιώτης στις δύο του Φλεβάρη θα γελάσει τον Χάρο
γελά του Άδη τον νοικοκύρη και ξεστρατίζει προς τον Γιαλό,
φανερώθηκε στο Καρακαντζί, θα βγεί να πάει στην εξοχή
φανερώθηκε στο Χαλανικί, πορεύεται για το Ματούρ,
και στο κυπαρίσσι στο Πεντέκ όπου να ναι φτάνει,
προσπέρασε το Αγάτς-πασί, στάθηκε στα Χαρμάνια,
ανέβηκε προς του Ποπαγιορδάν, να χορτάσει κρύο νερό,
για να φτάσει στο Σουλτάν Μουράτ και να συστηθεί
στη γερουσία του Τσικολί, στους πρόκριτους της Τσίτας,
για να φτάσει στο Τσελίκ-τιζί και να δώσει παραγγελιά
στον ταρσανά των Χουμουρκιάντων, στην παρέα της Εγιαμόλας
να σταματήσουν το καθάρισμα του γαύρου και να μην πάνε στο καφενείο,
και ο παπα Σάββας Τσιροζίδης να χτυπήσει την καμπάνα.
Το βοσκοτόπι Τζώς διαπέρασε η φωνή, αναμετρήθηκε με τελάλη,
Ο Γιώτης στέλνει μήνυμα στους γονείς του και μετά στην καλή του,
στέλνει μήνυμα για τη Λαμπρή και μετά για μοιρολόϊ,
στους γονείς για την Άνοιξη, στην καλή του για κατακλυσμό,
στον πατέρα του συγχαρητήρια, στην καλή του για θρήνο
στη μάνα του για αίθριο καιρό, στα παιδιά του για σύννεφα.
Στη Χρύσα (μάνα) στέλνει ταχυδρόμο και στον Ανέστη (πατέρα) γράμμα,
τον τηλεβόα να φυσήξει στην Πογαλού ο βοσκός,
στο σταυροδρόμι του Μεξεζί να παίξουνε τα όργανα,
στης Γριάς τον ανήφορο να παίξει ο κεμεντζές,
πως έρχεται ο καλόγνωμος, έρχεται ο πρωτότοκος,
έρχεται ο Γιώτης του Φασκού (παρονύμι) , της Δόμνας η περιουσία,
της μάνας ο χαϊδεμένος, του πατέρα περηφάνια,
φορέστε ρούχα γιορτινά, τακτοποιήστε το καθιστικό
βάλτε σκεύος στην πυροστιά και φωτιά στα ξύλα
φέρτε νερό για να πλυθώ, δρόμους περίεργους περπάτησα,
ανάψτε φούρνο Κυριακάτικο και τον διάδρομο σκουπίστε
ταιριάξτε τσουκάλι κρεμαστό, για φαγητά της εστίας,
πεθύμησα τυρικλωστή, μαυρολάχανα και σούπα με αριάνι, (φαγητά ποντικής κουζίνας)
βούτυρο από ξύλινο αγγείο, αριάνι από ξύλινο αγγείο (εργαλείο επεξεργασίας γάλακτος)
κρέας και πίτα με αντζούγιες, τα καλά φαγητά ενός γάμου.
Σήμερα δύο Φλεβάρη, πάντα θα έρχεται ο Γιώτης,
θα έρχεται για τη συνάντηση, θα έρχεται για τις εκκρεμότητες,
έρχεται και παρακαθόμαστε, μήπως και ικανοποιήσουμε μεράκια,
της ψυχής χρεωστικά ομόλογα και χρέη που ο κόσμος δε γνωρίζει,
και εκείνα που του χρωστάω εγώ, να τα πάρει όταν φύγει,
και εκέινα που μου χρωστά αυτός , επιτέλους να ξοφλίσει…
Even more helπ!
Στους μαχαλάδες της Εορδαίας, τα γράμματά μας τα `μαθαν σκιές κι αλχημιστές.
Στις παλίμψηστες αυλές των ανταλλαχθέντων μουσουλμάνων της, έποικοι πρόσφυγες από τη Θράκη, το Εξάστερο, το Κερμένι, το Κάρς, την Κερασούντα, το Κιουρτούν, την Άδυσσα, την Κορόνιξα, την Άρδασσα, τα Σούρμενα, το Επές, τη Ματσούκα, αλλά και σλαβομακεδόνες προαιώνιοι δικαιούχοι του τόπου, μαζί με Βλάχους-Μπλατσιώτες, Ρομά νομάδες, Πολίτες, Μικρασιάτες, Ηπειρώτες, Κρητικούς και παλαιοελλαδίτες γαμπρούς, αργάτεψαν στην ελιξιριακή μας γραμματική. Τη ντεσπεράντο μας. Μια από τις ομορφιές του κόσμου.
Λαμπρόπουλος Δημήτρης
Δύο Φεβρουαρίου, AD MMXXII
Νυρεμβέρκιοϊ , Βάνδo Αλαμανών.







