
Οι στιγμές που δοκιμάζουν μια σχέση (γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός
Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας).
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν λένε ψέματα πάντα από κακία. Πολλές φορές λένε για να αποφύγουν μια σύγκρουση, μια δύσκολη συζήτηση, μια συνέπεια. Άλλες φορές για να προστατεύσουν την εικόνα τους, να μη στενοχωρήσουν κάποιον ή να μη βρεθούν εκτεθειμένοι. Και στην αρχή το ψέμα μοιάζει να διευκολύνει τα πράγματα. Κρύβει προσωρινά την αμηχανία. Αποφεύγει την ένταση. Δίνει την αίσθηση ότι «το σώσαμε». Μόνο που το ψέμα έχει ένα παράξενο κόστος: δεν τελειώνει ποτέ στο πρώτο ψέμα.
Για να κρατηθεί, χρειάζεται διαρκώς υποστήριξη. Ένα δεύτερο ψέμα για να καλύψει το πρώτο. Μια καινούργια εξήγηση. Μια προσπάθεια να θυμάσαι τι είπες και σε ποιον... Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να ζεις με μια εσωτερική ένταση. Σαν να κουβαλάς κάτι που πρέπει συνεχώς να προστατεύεις για να μη φανερωθεί, και αυτό κουράζει!
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να ζει μόνιμα χωρισμένος στα δύο. Άλλο αυτό που δείχνει προς τα έξω και άλλο αυτό που πραγματικά γνωρίζει μέσα του. Κάποια στιγμή αυτή η απόσταση βαραίνει. Γίνεται άγχος, ενοχή, εκνευρισμός. Γίνεται μια συνεχής προσπάθεια ελέγχου. Και όσο περισσότερο προσπαθείς να διατηρήσεις μια ψεύτικη εικόνα, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από μια αίσθηση εσωτερικής ηρεμίας.
Το πιο δύσκολο όμως δεν είναι καν αυτό. Είναι ότι οι σχέσεις αρχίζουν σιγά σιγά να χτίζονται πάνω σε κάτι εύθραυστο. Γιατί μπορεί οι άλλοι να μη γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες, αλλά συνήθως κάτι αισθάνονται. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ όσα λέγονται. Καταλαβαίνουν την ασυνέπεια, τα μισόλογα, το βλέμμα που αποφεύγει, τη συμπεριφορά που δεν ταιριάζει με τα λόγια. Και τότε αρχίζει να φθείρεται κάτι πολύ σημαντικό: η εμπιστοσύνη.
Η αλήθεια δεν είναι πάντα εύκολη. Καμιά φορά εκθέτει. Φέρνει συνέπειες. Σε αναγκάζει να αναλάβεις ευθύνη για όσα νιώθεις, για όσα θέλεις ή για όσα έχεις κάνει. Αλλά έχει κάτι βαθιά απελευθερωτικό. Δεν χρειάζεται να τη θυμάσαι διαρκώς για να τη στηρίξεις. Δεν χρειάζεται να τη διαχειρίζεσαι. Η αλήθεια στέκεται από μόνη της.
Και ίσως η πιο σημαντική μορφή αλήθειας να είναι αυτή που λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί πολλές φορές το μεγαλύτερο ψέμα δεν λέγεται στους άλλους. Λέγεται μέσα μας. Όταν επιμένουμε ότι «είμαστε καλά» ενώ δεν είμαστε. Όταν μένουμε σε σχέσεις που έχουν αδειάσει αλλά προσποιούμαστε ότι όλα λειτουργούν. Όταν αρνούμαστε ανάγκες, επιθυμίες ή συναισθήματα επειδή φοβόμαστε τι θα σημαίνουν. Κάποια στιγμή όμως, ό,τι κρύβεται ζητά χώρο να φανεί.
Υπάρχει μια φράση που λέει ότι «ουδέν κρυφό υπό τον ήλιο». Ίσως τελικά να μην αφορά μόνο την αποκάλυψη προς τους άλλους. Ίσως να αφορά και κάτι βαθύτερο: ότι τίποτα δεν μένει πραγματικά κρυφό μέσα μας χωρίς κόστος. Το ψέμα αφήνει ίχνος. Και όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την αλήθεια, τόσο περισσότερο χάνεται η επαφή με τον εαυτό μας.
Και τελικά, ίσως εκεί να κρίνεται σε μεγάλο βαθμό και η ποιότητα μιας ζωής. Στο πώς επιλέγει κανείς να πορεύεται. Αν θα χτίζει τις σχέσεις του πάνω σε κάτι αληθινό, ακόμα κι αν αυτό κάποιες φορές είναι δύσκολο… ή αν θα προσπαθεί συνεχώς να συντηρεί εικόνες που δεν αντέχουν πραγματικά στο φως. Γιατί μπορεί το ψέμα να μοιάζει πιο εύκολο στιγμιαία. Αλλά η αλήθεια, όσο απαιτητική κι αν είναι, κουράζει πολύ λιγότερο την ψυχή!
Γράφει ο Ψυχολόγος-Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας
Μια σχέση δεν μένει ποτέ ίδια. Αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους που τη ζουν, μεγαλώνει, κουράζεται, ανανεώνεται, κάποιες φορές χάνεται και ξαναβρίσκεται. Είναι κάτι ζωντανό, όχι στατικό. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι: ότι δύο άνθρωποι δεν καλούνται απλώς να αγαπηθούν, αλλά να συνεχίσουν να σχετίζονται μέσα στις αλλαγές του χρόνου. Γιατί κάθε σχέση περνά φάσεις.
Κάποιες ήρεμες, κάποιες πιο απαιτητικές. Υπάρχουν όμως ορισμένες περίοδοι όπου όλα μετακινούνται ταυτόχρονα και τότε η σχέση δοκιμάζεται πραγματικά.
Στην αρχή υπάρχει ο έρωτας. Εκείνη η ένταση που κάνει τους δύο ανθρώπους να θέλουν να είναι συνεχώς μαζί, να απορροφηθούν ο ένας από τον άλλον. Ο κόσμος μικραίνει και το ζευγάρι γίνεται σχεδόν ένας κλειστός μικρόκοσμος.
Είναι μια όμορφη περίοδος, αλλά κρύβει και μια παγίδα. Γιατί καμία σχέση δεν μπορεί να ζήσει για πάντα μέσα στη συγχώνευση. Κάποια στιγμή χρειάζεται χώρος, όρια, αυτονομία. Ο καθένας χρειάζεται να παραμείνει και ξεχωριστό πρόσωπο. Και εκεί αρχίζει η πρώτη μεγάλη μετάβαση: μπορούν δύο άνθρωποι να περάσουν από το πάθος στη συντροφικότητα χωρίς να χαθεί η σύνδεση;
Μετά έρχεται η καθημερινότητα. Η συμβίωση, ο γάμος, η τριβή της πραγματικής ζωής. Εκεί όπου η εικόνα του άλλου αρχίζει να γίνεται πιο αληθινή και λιγότερο ιδανική. Στην αρχή αυτό ξαφνιάζει. «Δεν είναι όπως τον φανταζόμουν.» «Δεν είναι όπως ήταν.» Και στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ήταν ακριβώς έτσι. Απλώς τώρα τον βλέπεις πιο καθαρά.
Μέσα στην οικειότητα ξυπνούν και παλιά μοτίβα. Ο τρόπος που μιλάμε, που θυμώνουμε, που ζητάμε φροντίδα ή απομακρυνόμαστε, συχνά κουβαλά κομμάτια από την οικογένεια στην οποία μεγαλώσαμε. Και τότε, χωρίς να το καταλάβει, το ζευγάρι αρχίζει να αναπαράγει δυναμικές που προϋπήρχαν. Άλλοτε αυτό δημιουργεί οικειότητα. Άλλοτε ανοίγει έναν κύκλο συγκρούσεων και αποξένωσης.
Και ύστερα έρχονται τα παιδιά. Ίσως μία από τις πιο μεγάλες αλλαγές στη ζωή ενός ζευγαριού. Οι ρόλοι πολλαπλασιάζονται. Οι αντοχές δοκιμάζονται. Η σχέση δεν είναι πια μόνο «εμείς οι δύο». Υπάρχει ένα παιδί που χρειάζεται χώρο, φροντίδα, χρόνο, ενέργεια. Και συχνά, κάπου εκεί, το ζευγάρι αρχίζει να χάνεται πίσω από τις υποχρεώσεις. Όχι επειδή έπαψε να αγαπιέται. Αλλά επειδή κουράστηκε.
Η ερωτική σχέση επίσης αλλάζει. Το σώμα, η επιθυμία, η εικόνα του άλλου περνούν μέσα από νέους ρόλους. Κάποιοι δυσκολεύονται να συνδέσουν ξανά τον σύντροφο με τον ερωτισμό. Άλλοι απορροφώνται τόσο πολύ από τη γονεϊκότητα που η συντροφικότητα μένει πίσω. Και τότε χρειάζεται ξανά προσπάθεια. Όχι για να επιστρέψουν ακριβώς εκεί που ήταν πριν, αλλά για να βρουν έναν νέο τρόπο να είναι μαζί.
Υπάρχουν όμως και στιγμές πιο επώδυνες. Η απιστία, για παράδειγμα, δεν φέρνει μόνο θυμό ή απογοήτευση. Κλονίζει κάτι πολύ βαθύτερο: την αίσθηση ασφάλειας μέσα στη σχέση. Και μετά από αυτό, τίποτα δεν είναι ακριβώς ίδιο. Η εμπιστοσύνη τραυματίζεται, βγαίνουν στην επιφάνεια ανάγκες, ελλείψεις, κομμάτια που ίσως παρέμεναν κρυμμένα για χρόνια. Κάποιες σχέσεις τελειώνουν εκεί. Άλλες προσπαθούν να ξαναχτιστούν. Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται ειλικρίνεια. Και κυρίως, να μπορέσει το ζευγάρι να δει τι πραγματικά συνέβαινε κάτω από την επιφάνεια.
Κάποια στιγμή έρχεται και η κρίση της ηλικίας. Οι άνθρωποι κοιτούν πίσω, κάνουν έναν απολογισμό. Τι έζησαν, τι δεν έζησαν, τι άφησαν πίσω. Οι επιλογές μοιάζουν πιο οριστικές, ο χρόνος πιο περιορισμένος. Και τότε ο σύντροφος αποκτά έναν νέο ρόλο μέσα στη σκέψη τους. Ήταν συνοδοιπόρος; Στήριγμα; Ή μήπως έγινε κάποιος που συνδέθηκε με ματαιώσεις και απωθημένα; Αυτές οι σκέψεις μπορούν είτε να φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά, είτε να τους απομακρύνουν βαθιά.
Και ύστερα, σχεδόν αθόρυβα, τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι. Η καθημερινότητα αλλάζει ξανά. Το ζευγάρι μένει μόνο του, χωρίς τους ρυθμούς και τις απαιτήσεις που για χρόνια γέμιζαν τον χώρο. Και τότε προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: Υπάρχει ακόμα «εμείς» πέρα από τον ρόλο των γονιών; Για κάποια ζευγάρια αυτή η φάση φέρνει μια νέα ελευθερία. Για άλλα, αποκαλύπτει μια απόσταση που υπήρχε καιρό.
Καμία σχέση δεν μένει ανέγγιχτη από τον χρόνο. Το θέμα δεν είναι να αποφύγεις τις αλλαγές. Είναι αν μπορείς να αλλάζεις μαζί με τον άλλον χωρίς να χάνεται η σύνδεση. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η ουσία μιας μακροχρόνιας σχέσης: Όχι να μένει ίδια. Αλλά να βρίσκει ξανά και ξανά έναν νέο τρόπο να συνεχίζει.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας


















