Το σπασμένο πλακάκι (ποίημα)
Στη στράτα τη φτωχή, στην άκρη του πεζοδρομίου,
εκεί που σέρνεται η μέρα με σκόνη και βουή,
στεκόταν ένα πλακάκι λερωμένο,
σαν καρδιά ξεχασμένη στη γη.
Νέοι με μάτια βιαστικά το προσπερνούσαν,
γέροι σκυφτοί με βήμα αργό και κουρασμένο,
παιδιά που σκόρπιζαν γέλια σαν πουλιά—
κανείς δεν το κοιτούσε.
Πάνω του άφηναν λάσπες και καφέδες,
ίχνη από σόλες φθαρμένες,
βάρη μικρά κι ανείπωτα.
Κι εκείνο έμενε σιωπηλό,
με μια ρωγμή να μεγαλώνει μέσα του
σαν λύπη που δεν βρίσκει λόγια.
Κι ήρθε μια μέρα γκρίζα,
με ουρανό χαμηλό και βαρύ.
Ακούστηκε από μακριά το φορτηγό του δήμου,
βαρύ και αδιάφορο.
Δεν είχε κακία·
μονάχα το σίδερο και το χρέος του δρόμου.
Οι ρόδες του κύλησαν πάνω απ’ το μικρό πλακάκι.
Ένα τρίξιμο μόνο—
σαν στεναγμός που πνίγηκε.
Και ύστερα έσπασε.
Τα κομμάτια του σκόρπισαν στη σκόνη.
Οι άνθρωποι πέρασαν ξανά από πάνω του,
όπως κάθε μέρα.
Κανείς δεν στάθηκε.
Μονάχα ο δρόμος κράτησε για λίγο
τον ήχο του σπασίματος,
κι έπειτα τον κατάπιε κι αυτόν.
Ποίημα με τη βοήθεια ΑΙ από τον Κώστα Μαυρίδη


















