Aρχική

Η Κυριακή του Ζακχαίου δεν λειτουργεί απλώς ως προοίμιο του Τριωδίου. Λειτουργεί ως κριτήριο Εκκλησίας

Εκτύπωση

Η Κυριακή του Ζακχαίου δεν λειτουργεί απλώς ως προοίμιο του Τριωδίου. Λειτουργεί ως

κριτήριο Εκκλησίας. Αποκαλύπτει όχι μόνο πώς σώζεται ο άνθρωπος, αλλά και πώς υπάρχει η Εκκλησία μέσα στον κόσμο. Ο Ζακχαίος δεν είναι ηθικό παράδειγμα. Είναι ένα πρόσωπο εκτός ορίων, κοινωνικά αποκλεισμένο, οικονομικά ισχυρό αλλά πνευματικά ακάλυπτο, ένας άνθρωπος που δεν χωρά ούτε στο πλήθος ούτε στον εαυτό του. Η επιθυμία του δεν είναι να «βελτιωθεί», αλλά να δει: «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι».

Αυτή η επιθυμία, γυμνή από δικαιώματα και αξιώσεις, γίνεται το σημείο όπου ο Χριστός παρεμβαίνει κυριαρχικά. Δεν απευθύνεται στο πλήθος, δεν επιβραβεύει τους «ορθούς», αλλά στρέφει το βλέμμα Του προς τα πάνω, προς εκείνον που έχει αποσυρθεί σε μια συκομορέα, δηλαδή σε έναν ενδιάμεσο, αμήχανο χώρο μεταξύ γης και ουρανού.
Και η φράση Του είναι αποκαλυπτική: «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Το «δεῖ» δεν είναι φιλοφρόνηση, προσοχή, είναι εκκλησιολογική δήλωση. Ο Θεός οφείλει να εισέλθει στον χώρο του αμαρτωλού, αλλιώς η Εκκλησία μετατρέπεται σε λέσχη δικαίων.
Αυτό ακριβώς το σημείο γίνεται και το κλειδί για να διαβαστεί θεολογικά η ζωή, η διακονία και τελικά η κοίμηση του μακαριστού μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστάσιου.
 Η κοίμησή του, έναν χρόνο πριν, δεν σηματοδότησε απλώς το τέλος μιας μακράς αρχιερατικής διακονίας, ανέδειξε με οξύ τρόπο το ερώτημα: τι είδους Εκκλησία αφήνει πίσω της μια τέτοια ζωή; Μια Εκκλησία αυτάρκη, αυτάρεσκη και εθνικά περιχαρακωμένη, ή μια Εκκλησία εκτεθειμένη, ευάλωτη και πρόθυμη να κατοικήσει σε «σπίτια» που δεν της ανήκουν;
Ο μακαριστός Αναστάσιος κλήθηκε να διακονήσει σε έναν χώρο που, εκκλησιολογικά, έμοιαζε περισσότερο με ερείπιο παρά με Εκκλησία. Η Αλβανία μετά τον αθεϊστικό ολοκληρωτισμό δεν ήταν απλώς «ιεραποστολικό πεδίο», ήταν ένας τόπος χωρίς μνήμη Εκκλησίας, χωρίς δομές, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς πρόσωπα. Εκεί, η αποστολή δεν μπορούσε να είναι επαναφορά ενός παρελθόντος, αλλά δημιουργία εκκλησιαστικού παρόντος. Όπως ο Χριστός δεν ζήτησε από τον Ζακχαίο να καθαρίσει πρώτα το σπίτι του, έτσι και ο Αναστάσιος δεν περίμενε «ώριμες συνθήκες». Μπήκε. Έμεινε. Κατοίκησε.
Η εκκλησιολογική αιχμή εδώ είναι κρίσιμη: η Εκκλησία δεν προηγείται της σωτηρίας, αλλά συμβαίνει μαζί της. «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Ο οίκος γίνεται Εκκλησία όχι επειδή πληροί προϋποθέσεις, αλλά επειδή ο Χριστός εισέρχεται.
Αυτή η λογική διαπέρασε όλη τη διακονία του μακαριστού Αναστασίου: μια Εκκλησία που δεν επιβάλλεται ως σύστημα, αλλά συγκροτείται ως σχέση, μέσα από παιδεία, υγεία, κοινωνική φροντίδα, πολιτισμό. Όχι ως υποκατάστατο του Ευαγγελίου, αλλά ως ενσάρκωσή του.
Η αντίδραση του πλήθους στο Ευαγγέλιο, ο γογγυσμός, δεν είναι τυχαία. Ο κόσμος δεν αντέχει έναν Θεό που μπαίνει στο σπίτι του «λάθος» ανθρώπου. Ομοίως, η εκκλησιολογική μαρτυρία του Αναστασίου συχνά ενόχλησε όχι επειδή ήταν ασαφής, αλλά επειδή ήταν επικίνδυνα σαφής: μια Εκκλησία που συνομιλεί, που συνυπάρχει, που δεν φοβάται την εγγύτητα, χωρίς να απεμπολεί τη δογματική της ταυτότητα. Εκεί ακριβώς γεννήθηκαν οι εντάσεις, οι καχυποψίες, οι εύκολες κατηγορίες περί «ανθρωπισμού» ή «εκκοσμίκευσης».
Όμως το Ευαγγέλιο του Ζακχαίου απαντά εκ των προτέρων: η σωτηρία δεν κινείται με όρους καθαρότητας, αλλά με όρους κατοίκησης.
Ο Απόστολος προς Εβραίους προσθέτει μια ακόμη κρίσιμη διάσταση. Ο Χριστός παρουσιάζεται ως Αρχιερεύς που δεν προσφέρει θυσία ξένη, αλλά τον εαυτό Του. Η αρχιερωσύνη Του δεν είναι διαχωρισμός από τους αμαρτωλούς, αλλά παράδοξη εγγύτητα. Αυτός ο τύπος αρχιερωσύνης, όχι νομικός αλλά σταυρικός, φωτίζει και την προσωπική ασκητική διάσταση της ζωής του Αναστασίου: μια διακονία χωρίς θριαμβολογία, χωρίς ιδιοποίηση της επιτυχίας, με βαθιά συνείδηση ότι η Εκκλησία δεν σώζει τον κόσμο, αλλά μαρτυρεί τη σωτηρία του κόσμου εν Χριστώ.
Η επέτειος της κοιμήσεως του, επομένως, δεν μας καλεί απλώς σε μνήμη, αλλά σε απολογισμό. Τι κάνουμε με αυτή την παρακαταθήκη; Αντέχουμε μια Εκκλησία που ζει στον κόσμο χωρίς να του μοιάζει, που μπαίνει σε «σπίτια» ξένα χωρίς να χάνει την ταυτότητά της, που δεν φοβάται να κατηγορηθεί επειδή ακολουθεί την κίνηση του Χριστού; Ή προτιμούμε μια Εκκλησία ασφαλή, αυτάρκη, ηθικά αδιαμφισβήτητη, αλλά ευαγγελικά ακίνητη;
Η Κυριακή του Ζακχαίου και η μνήμη του μακαριστού Αναστασίου συναντώνται ακριβώς εδώ: στο σημείο όπου η Εκκλησία καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει στο πλήθος που γογγύζει ή αν θα ακολουθήσει τον Χριστό που κατεβαίνει, κατοικεί και σώζει. Γιατί τότε μόνο μπορεί να ακουστεί, όχι ως σύνθημα αλλά ως γεγονός, η φράση:
σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.

 

γράφει: Μάνος Λαμπράκης