"ΠΕΡΙ ΚΑΚΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ"... ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΙΤΣΚΟΥ (ΝΟΜΙΚΟΣ), MSC ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
«Περί κακοδιοίκησης ο λόγος…»
Σύμφωνα με τον ορισμό του Ευρωπαίου διαμεσολαβητή (Κείμενο διαθέσιμο στην ιστοθέση: http://www.ombudsman.europa.eu/media/el/default.htm ):
«κακοδιοίκηση σημαίνει ανεπαρκής ή πλημμελής διοίκηση. Συντρέχει περίπτωση κακοδιοίκησης όταν ένα θεσμικό όργανο δεν ενεργεί σύμφωνα με το νόμο (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων), ή δεν σέβεται τις αρχές περί χρηστής διοίκησης. Μερικά παραδείγματα είναι τα εξής: διοικητικές παρατυπίες, άδικη μεταχείριση, αθέμιτες διακρίσεις, κατάχρηση εξουσίας, παράλειψη οφειλόμενης απάντησης, άρνηση παροχής πληροφοριών, αδικαιολόγητη καθυστέρηση».
Πολύς λόγος έχει γίνει από καιρού εις καιρόν για την έννοια της κακοδιοίκησης (maladministration )στο δημόσιο τομέα . Είθισται μάλιστα, πολλές φορές η έννοιά της να συνδέεται ή συγχέεται είτε με συγγενείς έννοιες (κακοδιαχείριση, διαπλοκή, αδιαφάνεια κ.α.) ωστόσο , απόλυτα διακριτές από αυτήν, είτε με την τέλεση κάποιας παράνομης ή αξιόποινης πράξης εκ μέρους της διοίκησης χωρίς βέβαια να αποκλείεται κάτι τέτοιο.
Εξαιτίας αυτής της σύνδεσης η έννοια της «κακοδιοίκησης» ενίοτε ταυτίζεται κυρίως με την παράβαση της αρχής της νομιμότητας της διοίκησης ενώ οι έννοιες δεν είναι ταυτόσημες. Η παρανομία της δημόσιας διοίκησης συνίσταται στην παραβίαση κανόνα δικαίου. Στην περίπτωση της κακοδιοίκησης ,η ύπαρξη παρανομίας αποτελεί μεν ικανή συνθήκη για τη διαπίστωση κακοδιοίκησης αλλά όχι αναγκαία συνθήκη. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή «ενώ η παρανομία συνεπάγεται κακοδιοίκηση , η κακοδιοίκηση δεν συνεπάγεται απαραίτητα παρανομία».
Συνακόλουθα, η έννοια της κακοδιοίκησης είναι εγγύτερη στην έννοια της παθογένειας της διοίκησης παρά στην έννοια της παρανομίας . Πράγμα που σημαίνει ότι η διοίκηση μπορεί να ενεργεί στα όρια της νομιμότητας, αλλά όχι σύμφωνα με τις αρχές της χρήστης διοίκησης . Σύμφωνα με αυτήν, τα διοικητικά όργανα οφείλουν να ασκούν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές τους, με διαφάνεια, και σε κάθε περίπτωση να ενημερώνουν τον διοικούμενο για τα δικαιώματα του ενώ παράλληλα οφείλουν να διασφαλίζουν την απόλαυση ποιοτικών υπηρεσιών από τους πολίτες .
Ως εκ τούτου ,η πράξη ενός διοικητικού οργάνου μπορεί να ενέχει το χαρακτήρα διοικητικού παραπτώματος η οποία δεν συνιστά αξιόποινη πράξη και επισύρει μόνο διοικητικές κυρώσεις και όχι ποινικές . Η διοίκηση δεν αρκεί να ενεργεί απλώς σύννομα υποτασσόμενη σε μία τυπολατρία ή να μένει προσηλωμένη στην εφαρμογή του νόμου . Αυτό αποβαίνει εις βάρος των πολιτών, διότι εκτρέφει φαινόμενα γραφειοκρατίας και καθυστερήσεις στην διεκπεραίωση των υποθέσεων τους οδηγώντας σε μία διοίκηση καθόλα νόμιμη , αλλά μη αποτελεσματική και φιλική προς τον πολίτη αντιβαίνοντας στις αρχές της χρηστής διοίκησης .
Υπό την έννοια αυτή, είναι λάθος να περισταλεί η έννοια της κακοδιοίκησης μόνο σε θέματα νομιμότητας, αλλά πρέπει συμπεριλάβει και θέματα προσήκουσας και αρμόζουσας διοικητικής συμπεριφοράς απέναντι στον πολίτη .
Στην περίπτωση αυτή, μολονότι δεν παραβιάζεται κάποιος κανόνας, η κακοδιοίκηση συμπλέκεται με τη συμπεριφορά του διοικητικού οργάνου, η οποία δεν είναι η ενδεδειγμένη αλλά μπορεί να είναι αγενής, μη εξυπηρετική προς τον πολίτη και να μη διέπεται από φιλική διάθεση και προθυμία εξυπηρέτησής του . Όλες αυτές οι περιπτώσεις συνιστούν την έννοια της συμπεριφορικής κακοδιοίκησης .
Επιπρόσθετα, υπάρχει και η εκδοχή της ‘’συγκεκαλυμμένης κακοδιοίκησης’’ ή της κακοδιοίκησης που δεν είναι δεκτική διάγνωσης με αποτέλεσμα να διαλανθάνει όλες τις μορφές ελέγχου . Αυτό αποτελεί την επικίνδυνη περίπτωση της συγκεκαλυμμένης καθεστωτικής κακοδιοίκησης . Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μία αρνητική προδιάθεση απέναντι στον πολίτη ο οποίος είναι αφοπλισμένος και ανίσχυρος απέναντι στην άσκηση εξουσίας από τον υπάλληλο ο οποίος ενεργεί ως «νομοθέτης» .
Εδώ το πλέγμα των συμπεριφορών των διοικητικών οργάνων είναι :
α) η απόκρυψη νομικά δυνατών λύσεων
β) η δημιουργία κλίματος απαισιοδοξίας στον πολίτη
γ) η αποτροπή ή αποθάρρυνσή του να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του ή να υποβάλει έγγραφη αίτηση
γ) η λήψη νόμιμων μεν αλλά δυσμενών αποφάσεων για τον πολίτη ενώ μπορούν να προκριθούν ευμενέστερες λύσεις
δ) η σκόπιμη περιπλοκή της υπόθεσης για δημιουργία κλίματος σύγχυσης .
Εν κατακλείδι…
Μια τέτοια διοίκηση απέχει μακράν από το επιθυμητό πρότυπο μιας διοίκησης με επίκεντρο την εξυπηρέτηση του πολίτη , αποτελεσματική ,χρηστική και φιλική προς αυτόν. Η σύγχρονη δημόσια διοίκηση επιβάλλεται να προωθεί και εκφράζει μία πολιτισμική διάσταση των αρχών της χρηστής διοίκησης και μία διοικητική κουλτούρα εξυπηρέτησης του πολίτη, τοποθετώντας τον στο κέντρο της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.



















