Pantelidis
Vittis
papamixail
Ειδήσεις

Η πορεία της ενεργειακής μετάβασης στη Γερμανία και οι άστοχες συγκρίσεις με την Ελλάδα

Τόσο τα κόμματα της αντιπολίτευσης όσο και μεγάλο μέρος της τοπικής  κοινωνίας στη Δυτική Μακεδονία, εκφράζουν τακτικά την αντίθεσή τους στο κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων. Μάλιστα, για να γίνουν περισσότερο πειστικοί αναφέρουν  πολύ συχνά το παράδειγμα της Γερμανίας. Για να είμαστε ειλικρινείς, η διαδικασία   της απολιγνιτοποίησης δυστυχώς δεν βρήκε ακόμη σταθερό αναπτυξιακό βηματισμό στη Δυτική Μακεδονία. Παρά τις φιλότιμες  προσπάθειες, κινείται ακόμη σε ρυθμούς  αναπτυξιακού «ακτιβισμού». Ας δούμε  όμως  το παράδειγμα της Γερμανίας. 

Για το  2025 η Γερμανία κάλυψε το 4% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας  με άνθρακα και το 1% με λιγνίτη. Όμως, ο άνθρακας που καταναλώνει η συγκεκριμένη χώρα  είναι 100% εισαγόμενος κυρίως από Κολομβία και Ν. Αφρική.  Η Γερμανία έκλεισε και το τελευταίο ορυχείο άνθρακα το 2018 επειδή η εγχώρια  παραγωγή ήταν κατά πολύ ακριβότερη από την εισαγωγή. Οι πρόσφατες τιμές εισαγωγών άνθρακα στη Γερμανία  κυμαίνονται γύρω στα 110 έως 125 ευρώ ανά τόνο. Αντίθετα, το  2018   λίγο πριν από το τελικό κλείσιμο των ορυχείων άνθρακα, το κόστος  για την εξόρυξη άνθρακα στη Γερμανία  έφτανε τα 180 ευρώ ανά τόνο. 

Πέρα από πολύπλοκες προσεγγίσεις και οικονομοτεχνικές αναλύσεις, ο άνθρακας είναι οικονομικά μη βιώσιμος στη Γερμανία για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι το φαινόμενο της κερασιάς. Όταν έχεις μια κερασιά στην αυλή σου, κόβεις πρώτα τα κεράσια στα χαμηλά κλαδιά χωρίς κόπο. Τα κεράσια όμως στα ψηλότερα κλαδιά δεν τα φτάνεις εύκολα. Θέλεις σκάλα, περισσότερη προσπάθεια και χρόνο. Το ανάλογο συμβαίνει και στα υπόγεια ορυχεία άνθρακα. Ο δεύτερος λόγος είναι οι λεγόμενες «φιλολαϊκές» πολιτικές. Μετα τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατεστραμμένη Γερμανία παρείχε  στους ανθρακωρύχους διπλάσιο μερίδιο τροφής σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζομένους. Απολύτως θεμιτό. Η ιδιαίτερη αυτή μεταχείριση, στην Ελλάδα την ονομάζουμε «κεκτημένα», συνεχίστηκε και τη δεκαετία του 1950 με την απογείωση της γερμανικής οικονομίας.  Το 1970 μέσω  της  ιστορικής  συμφωνίας  με την  Σοβιετική Ένωση για τροφοδοσία της τότε Δυτικής  Γερμανίας με πολύ  φθηνό φυσικό αέριο, η γερμανική βιομηχανική γιγαντώθηκε, ενώ οι παροχές  προς τους ανθρακωρύχους συνεχίστηκαν ακόμη και τη δεκαετία του 2000 στους δύσκολους καιρούς. Κατά συνέπεια, τα συνεχώς  αυξανόμενα σταθερά και μεταβλητά  κόστη του γερμανικού άνθρακα, οδήγησαν νομοτελειακά στο οριστικό κλείσιμο των ορυχείων.

Όσον αφορά στο λιγνίτη, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη στη Γερμανία είναι περίπου 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh) και εξαρτάται κυρίως  από τις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο του EU ETS.

Στην Ελλάδα αντίθετα, ο κατά 4 φορές φτωχότερος ενεργειακά ελληνικός λιγνίτης  σε σχέση με τον γερμανικό, έχει κόστος παραγωγής  κοντά στα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα στον Άγιο Δημήτριο και στην Πτολεμαΐδα V  περίπου στα 130 ευρώ. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Εάν επισκεφτείτε τον γιατρό επειδή δυσκολεύεστε στην αναπνοή και σας πει ότι πρέπει να κόψετε αμέσως το κάπνισμα, είναι τουλάχιστον παράλογο να τον  κατηγορήσετε  για «βίαιη αποτσιγαροποίηση». Ο νοών νοείτω !

 Στη Γερμανία, ακόμα και οι παλαιότεροι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση  εισαγόμενου άνθρακα (λιθάνθρακα και όχι λιγνίτη) είναι σε θέση να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια φθηνότερα από τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση φυσικού αερίου. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι η απόδοση, αλλά η διαφορά μεταξύ των τιμών φυσικού αερίου και άνθρακα. Με τιμή πιστοποιητικού CO2 72€/MWh και τις τρέχουσες τιμές αγοράς άνθρακα που διακινείται στην Ευρώπη, οι παλαιότεροι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με κόστος περίπου 115 €/MWh  ενώ οι περισσότερο  σύγχρονες μονάδες άνθρακα ακόμη και στα 95 €/MWh. Οι αεριοστρόβιλοι ανοιχτού κύκλου έχουν κόστος παραγωγής περίπου 135€/MWh, αν υποθέσουμε τιμή αγοράς  LNG/TTF 46 €/MWh.

Κατά τα λοιπά, στη Γερμανία οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν ήδη το 55% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί σε τουλάχιστον 80% έως το 2030. Η ηλεκτρική κινητικότητα αρχίζει να απογειώνεται δεδομένου ότι τον Αύγουστο του 2026 τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα με μπαταρία αντιπροσώπευαν πάνω από το 32% των πρώτων ταξινομήσεων. 

Όσον αφορά στη θέρμανση, τομέας  που ενδιαφέρει άμεσα τη Δυτική Μακεδονία,  το 2025 περίπου 300.000 αντλίες θερμότητας πωλήθηκαν στη Γερμανία, γεγονός που καθιστά  τις αντλίες θερμότητας την τεχνολογία θέρμανσης  του μέλλοντος και της αναλογεί μερίδιο αγοράς 48%. Σε όλη την Ευρώπη παρατηρείται επίσης μια ισχυρή στροφή προς τις αντλίες θερμότητας. Οι  πρόσφατες προβλέψεις της γερμανικής κυβέρνησης (2026) εκτιμούν ότι οι αντλίες θερμότητας θα αποτελέσουν την κυρίαρχη μορφή θέρμανσης τα επόμενα χρόνια και αναμένεται να αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 70% όλων των νέων συστημάτων θέρμανσης.

Εν κατακλείδι, η Γερμανία παρά τα πρωτόγνωρα προβλήματα που αντιμετωπίζει,  καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την απαλλαγή όλων των σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανθρακούχες εκπομπές το αργότερο έως το 2045.  Ειδικότερα, όλοι οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας από άνθρακα και λιγνίτη υποχρεούνται να τερματίσουν τη λειτουργία τους το αργότερο έως το 2038 ενώ  διερευνάται η επιλογή να επισπευστεί  η  τελική προθεσμία  κατάργησης έως το 2035.

 

Ευάγγελος Καρλόπουλος

Χημικός Μηχανικός