Η αμηχανία του να σε φροντίζουν (γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας)
Η αμηχανία του να σε φροντίζουν
«Έλα, κάθισε λίγο, θα το αναλάβω εγώ».
Μια απλή κουβέντα, από αυτές που μπορεί να ακούσουμε στο σπίτι, στη δουλειά ή από έναν άνθρωπο που μας αγαπά. Κι όμως, για κάποιους από εμάς, μια τέτοια προσφορά δεν φέρνει μόνο ανακούφιση. Φέρνει και μια μικρή αμηχανία, σαν να χρειάζεται αμέσως να εξηγήσουμε γιατί δεν είναι απαραίτητο να μας βοηθήσουν.
«Όχι, εντάξει, θα το κάνω εγώ».
«Μην κουράζεσαι».
«Άσ’ το, δεν πειράζει».
Και κάπως έτσι, πριν ακόμη προλάβουμε να δεχτούμε τη φροντίδα, έχουμε ήδη βρει έναν τρόπο να την απομακρύνουμε.
Αξίζει να σκεφτούμε πόσο παράξενο είναι αυτό. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουμε να αισθανόμαστε ότι μας αγαπούν, μας υπολογίζουν και μας φροντίζουν. Κι όμως, όταν κάποιος κάνει κάτι συγκεκριμένο για εμάς, μπορεί να αισθανθούμε άβολα. Να σκεφτούμε ότι τον επιβαρύνουμε, ότι του χρωστάμε ή ότι θα πρέπει σύντομα να ανταποδώσουμε.
Η δυσκολία αυτή μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές ρίζες.
Για κάποιον που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η αυτονομία και η αυτάρκεια είχαν μεγάλη αξία, το να δέχεται βοήθεια μπορεί να μοιάζει με μια μικρή παραδοχή αδυναμίας. Έχει μάθει να τα καταφέρνει μόνος του, να μη ζητά πολλά, να μη δημιουργεί προβλήματα στους άλλους. Με τον καιρό, αυτός ο τρόπος ζωής μπορεί να έχει γίνει τόσο οικείος, ώστε η φροντίδα να τον φέρνει σε δύσκολη θέση ακόμη κι όταν τη χρειάζεται.
Για κάποιον άλλον, η αμηχανία μπορεί να συνδέεται με την εμπειρία ότι τίποτα δεν προσφέρεται πραγματικά χωρίς αντάλλαγμα.
Αν στο παρελθόν η βοήθεια συνοδευόταν συχνά από υπενθυμίσεις, παράπονα ή απαιτήσεις, είναι κατανοητό να αντιμετωπίζουμε ακόμη και μια καλοπροαίρετη προσφορά με κάποια επιφύλαξη. Μπορεί να έχουμε μάθει ότι κάθε χάρη δημιουργεί μια υποχρέωση και ότι, αργά ή γρήγορα, θα έρθει η στιγμή που κάποιος θα μας θυμίσει όσα έκανε για εμάς.
Έτσι, αντί να χαρούμε αυτό που μας προσφέρεται, αρχίζουμε σχεδόν αυτόματα να υπολογίζουμε πώς θα το ανταποδώσουμε.
Βέβαια, η αμοιβαιότητα είναι ένα φυσικό και όμορφο στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων. Είναι σημαντικό να μπορούμε να δίνουμε και να παίρνουμε, να ενδιαφερόμαστε για τους άλλους και να αναγνωρίζουμε όσα κάνουν για εμάς. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν κάθε πράξη φροντίδας μετατρέπεται μέσα μας σε χρέος που πρέπει να εξοφληθεί.
Τότε χάνεται κάτι από την απλότητα της προσφοράς.
Υπάρχει και μια άλλη πλευρά, λιγότερο προφανής.
Το να φροντίζουμε κάποιον μάς τοποθετεί συνήθως σε μια θέση σχετικής ασφάλειας. Εμείς είμαστε εκείνοι που προσφέρουμε, που αναλαμβάνουμε, που μπορούν να κάνουν κάτι για τον άλλον. Το να δεχτούμε τη φροντίδα, αντίθετα, προϋποθέτει ότι θα επιτρέψουμε σε κάποιον να δει μια ανάγκη μας και να ανταποκριθεί σε αυτήν.
Για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να προστατεύει πολύ προσεκτικά την ευάλωτη πλευρά του, αυτή η εμπειρία μπορεί να είναι δυσκολότερη απ’ όσο φανταζόμαστε.
Στην ψυχοθεραπεία συναντάμε συχνά ανθρώπους που μπορούν να περιγράψουν με μεγάλη ευκολία όσα κάνουν για τους άλλους, αλλά δυσκολεύονται ακόμη και να αναγνωρίσουν τι θα ήθελαν να κάνουν οι άλλοι για εκείνους. Μερικές φορές έχουν περάσει τόσα χρόνια στον ρόλο εκείνου που φροντίζει, ώστε η σκέψη να βρεθούν στην απέναντι θέση τούς φαίνεται σχεδόν ξένη.
Και βέβαια, δεν είναι κάθε προσφορά φροντίδας ευπρόσδεκτη. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η βοήθεια γίνεται παρεμβατική, όπου ο άλλος αναλαμβάνει πράγματα χωρίς να τον έχουμε ζητήσει ή όπου η φροντίδα συνοδεύεται από έλεγχο. Έχουμε κάθε δικαίωμα να αρνηθούμε κάτι που δεν χρειαζόμαστε ή δεν επιθυμούμε.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε είναι τι συμβαίνει όταν η προσφορά είναι πραγματικά καλοπροαίρετη, όταν προέρχεται από έναν άνθρωπο που εμπιστευόμαστε και όταν, κατά βάθος, θα μας έκανε καλό να τη δεχτούμε.
Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει;
Μπορεί να είναι η συνήθεια, η περηφάνια, ο φόβος της εξάρτησης ή η δυσκολία να πιστέψουμε ότι κάποιος θέλει να κάνει κάτι για εμάς χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Μπορεί ακόμη να είναι μια παλιά πεποίθηση ότι η αξία μας βρίσκεται κυρίως σε όσα προσφέρουμε και πολύ λιγότερο στο ποιοι είμαστε.
Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε απότομα τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τη φροντίδα. Μια μικρή αρχή θα μπορούσε να είναι να παρατηρήσουμε την επόμενη φορά που κάποιος θα προσφερθεί να μας βοηθήσει, τι ακριβώς αισθανόμαστε εκείνη τη στιγμή.
Αν η πρώτη μας αντίδραση είναι να αρνηθούμε, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν πραγματικά δεν θέλουμε τη βοήθεια ή αν απλώς δυσκολευόμαστε να τη δεχτούμε.
Και αν διαπιστώσουμε ότι συμβαίνει το δεύτερο, μπορούμε κάποια φορά να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό.
Να πούμε ένα απλό «ευχαριστώ» και να αφήσουμε τον άλλον να κάνει αυτό που προσφέρθηκε να κάνει.
Χωρίς να χρειάζεται να απολογηθούμε για την ανάγκη μας ή να οργανώσουμε αμέσως την ανταπόδοση.
Γιατί στις σχέσεις μας υπάρχει χώρος και για τις δύο εμπειρίες. Να φροντίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και να επιτρέπουμε, όταν το επιθυμούμε, να μας φροντίζουν κι εκείνοι.
Άλλωστε, αν σκεφτούμε πόση χαρά μπορεί να αισθανόμαστε όταν προσφέρουμε κάτι σε έναν δικό μας άνθρωπο, αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να πιστέψουμε ότι κάποιος άλλος μπορεί να αισθάνεται την ίδια χαρά προσφέροντας κάτι σε εμάς.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας






