Ι’. ὙΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΛΩΝΙΑ; ΝΑΙ, ὙΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΛΩΝΙΑ!… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ
ΩΣ ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο σὲ τοῦτο τὸ
δύσκολο καὶἀμφιλεγόμενο θέμα, τὸ ὁποῖο διεξήλθαμε μὲ τὴν σίγουρη χειραγωγία ἁγίων διδασκάλων, ἄφησα καὶ τὴν μαρτυρία τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὰ γήϊνα ἑνὸς δεκαοχτάχρονου ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον τὸν Αὔγουστο τοῦ1971. Ἤμασταν συνθαλαμιζόμενοι στὸ οἰκοτροφεῖο 40Μάρτυρες καὶ ἕνα χρόνο μικρότερός μας στὸ Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Κοζάνης. Τοῦτος ὁ ἀδελφός μας καὶἐ πίγειος ἄγγελος μετὰ ἀπὸ ἐπώδυνη ἀνάβασι ἔφθασε στὸτέλος του. Τὸ ὄνομά του Κωνσταντῖνος Μύρου ἀπὸ τὸΠαλιογράτσανο Βελβενδοῦ καὶ καταγράφει τὸ κλείσιμο τῆς ἐπίγειας καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς οὐράνιας αὐλαίας του ὁ ἐκ Κοζάνης γιατρὸς τότε καὶ σήμερα καθηγητὴς Ἰατρικῆς τοῦ ΑΠΘ Ἰωάννης Κουντουρᾶς, ὁ ὁποῖος παρέστη αὐτόπτης μάρτυρας μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους τοῦτέλους του.
«Ποῦκαὶποῦἄκουγες τὴν ἴδια πάντα ἐρώτησι. –Τὶ ὥρα εἶναι;… Ἦταν περασμένες τρεῖς τὸ χάραμα, ὅταν ἡ ἴδια φωνὴ ἀκούστηκε ἔντονα. Ὡστόσο εἶχε κάτι τὸ ἐξωκοσμικό…
-Τὶ ὥρα εἶναι τώρα; – Γύρω στὶς τέσσερις Κώστα.
-Πρέπει νὰ φύγω…
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκούστηκε τὸ πρῶτο σφύριγμα τοῦ τραίνου. Τέντωσε τὰ σκέλη του. Τὰ μάτια του ἔπαιξαν.
–Ἐγὼ θὰ φύγω, φεύγω… – Ποῦ θὰ πᾶς; Τόλμησε νὰ πῆ ὁ πατέρας.
-Γιὰ μακρυνὸ ταξείδι… Μακρυά, πολὺ μακρυά… Ψηλά, πολὺ ψηλά… Νά, μὲ καλοῦν,… μὲ καλοῦν… φεύγω…
-Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ σὲ καλοῦν, Κώστα;
–Ἄγνωστοι, δὲν γνωρίζω κανέναν… Καὶ μὲ μιὰ διακοπὴ, ἀνάπνευσε βαθειὰ καὶ ρώτησε.
-Ποῦ βρίσκομαι, ποῦ εἶμαι; – Στὸ οἰκοτροφεῖο Κώστα. Ποῦ ἤσουνα; -Πολὺ μακρυά… ψηλά, πολὺ ψηλά… -Τὶ ἦταν ἐκεῖ ἐπάνω;
–Ὅλα ἔλαμπαν. Φῶς, πέρα… Τὶ παντοδύναμο Φῶς! Ἔβλεπα. Ἦταν μεσημέρι! –Ἐδῶ βλέπεις;
–Ὄχι. Ἐσεῖς ἔχετε σκοτάδι. Ὢπόσο ὄμορφα ἦταν ἐκεῖ ἐπάνω!!! (ΣΑΛΠΙΓΞ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ τ.Αὐγούστου 1971).
ἀρ.νι.μα.








