ΑΝΘΡΩΠOΝ ΖΗΤΩ!… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ
ΑΝΘΡΩΠOΝ ΖΗΤΩ!… ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΜΑΝΑΔΗΣ
1. Ἄνθρωπον ζητῶ
Ὁἐκ Σινώπης Διογένης ὁ Κυνικὸς φιλόσοφος, τέλος 5ου μὲ 323 π.Χ., ἀφοῦ τὸν ἐπισκέφθηκε κι ὁ Μ.Ἀλέξανδρος στὴν Κόρινθο, βγῆκε κάποτε στοὺς δρόμους μέρα μεσημέρι κρατώντας ἀναμμένο φανάρι καὶ φώναζε «ἄνθρωπον ζητῶ».
Ὁἴδιος λόγος εἶχε εἰπωθῆ δυὸ φορὲς νωρίτερα 4 αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὸν Διογένη. Ὅμως παρέμεινε στὴν ἱστορία μὲ τὸὄνομά του λόγῳ τῆς τρελλῆς ἐκκεντρικότητός του.
Πρῶτος ἀναφέρει τὸν λόγο «ἄνθρωπον ζητῶ» ὁ προφήτης Ἡσαΐας 50,2 περίπου σύγχρονος τοῦὉμήρου. Λέγει «ἦλθον (εἰς Ἱερουσαλὴμ) καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος. ἐκάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁὑπακουσόμενος». Δεύτερος ἔρχεται ὁ προφήτης Ἱερεμίας 6,10. Λέγει «πρὸς τίνα λαλήσω καὶ διαμαρτυροῦμαι;»
Σαὐτὰ τὰ δύο προφητικὰ λόγια θὰ παραθέσουμε τὴν ἑρμηνεία τοῦἁγίου Χρυσοστόμου. Γράφει ὁἑρμηνευτής. «Ὁ μεγαλοφωνότατος προφήτης καὶ θεατὴς παραδόξων θεαμάτων. Αὐτὸς ποὺἀξιώθηκε νὰἰδῆ τὰ Σεραφείμ, ἐνῶἀκόμη ἦταν μὲ τὸἐπίγειο σῶμα του. Αὐτὸς ποὺἀξιώθηκε νὰ γίνη ἀκροατὴς ἐκείνης τῆς μεγαλειώδους ἀγγελικῆς μουσικῆς. Αὐτὸς λοιπὸν κάποτε εἰσῆλθε στὴν Μητρόπολι τῶν Ἰουδαίων, δηλαδὴ τὴν πολυάνθρωπο Ἱερουσαλήμ. Πῆγε στὴ μέση τῆς ἀγορᾶς. Ἔχοντας δὲ τριγύρω του λαὸν πολὺ καὶ θέλοντας νὰ δείξη, ὅτι ὅποιος δὲν ἀκούει τὰ προφητικὰ λόγια δὲν εἶναι ἄνθρωπος, φώναξε δυνατά, «Ἦλθα καὶ δὲν βρῆκα ἄνθρωπο. Προσκάλεσα καὶ δὲν ὑπῆρχε ἕνας νὰὑπακούση».
Ἀσφαλῶς τὰ λόγια αὐτὰ λέγονται ὄχι διότι δὲν ὑπῆρχαν παρόντες ἄνθρωποι, ἀλλὰ εἰπώθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς ραθυμίας τῶν ἀκροατῶν νὰἀκούσουν. Γιαὐτὸ φώναξε, «ἦλθα καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος, καὶ πρόσθεσε, καὶ δὲν ὑπῆρχε ἕνας νὰὑπακούση».
Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἦσαν μὲν παρόντες ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν θεωροῦνταν παρόντες, ἐπειδὴ δὲν ἄκουγαν τὰ λόγια τοῦ προφήτη. Γιαὐτὸν τὸν λόγο, ἐπειδὴἦλθε καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος, καὶ προσκάλεσε, ἀλλὰ δὲν βρισκόταν ἕνας νὰὑπακούση, στὴ συνέχεια στρέφει τὸν λόγο του πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως.
Λέγει, «ἄκουε οὐρανέ, καὶ προσήλωσε τὰ αὐτιά σου γῆ». Διότι ἐμένα μὲἀπέστειλε ὁ Θεὸς σὲἀνθρώπους, ἀλλὰ σὲἀνθρώπους ποὺἔχουν μυαλό. Ἐπειδὴὅμως αὐτοὶ εἶναι σὰν νὰ μὴν ἔχουν οὔτε λογικὴ οὔτε ἀντίληψι, γιαὐτὸ μιλῶ στὰ φυσικὰ στοιχεῖα, τὰὁποῖα πράγματι δὲν ἔχουν λογικὴ καὶἀντίληψι. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θέλω νὰ στιγματισθοῦν αὐτοὶ ποὺ τιμήθηκαν μὲν μὲ λογικὴ καὶἀντίληψι, ἀλλὰ δὲν τὰ χρησιμοποιοῦν ὅπως πρέπει» (Ἰω Χρυσ εἰς τὸ Σαῦλος δὲἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου MignePG 51,115).
18.7.2019ἀρ.νι.μα.
2. Ἄνθρωπον ζητῶ
Δεύτερος ἀναφέρει τὸν λόγο «ἄνθρωπον ζητῶ» ὁ προφήτης Ἱερεμίας 6,10 καὶ τρίτος ἔρχεται μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ὁ κυνικὸς Διογένης.
Ὁ προφήτης Ἱερεμίας στάθηκε στὴ μέση τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ σὰν νὰ μὴν ἦταν κανένας παρὼν ἔκραξε, «Σὲ ποιὸν νὰ μιλήσω καὶ σὲ ποιὸν νὰ κηρύξω σοβαρά;».
Αὐτὸν τὸν λόγο σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγοντας, «Τὶ λέγεις προφήτη; Βλέπεις μπροστά σου τόσο πλῆθος ἀνθρώπων καὶ ἐρωτᾶς σὲ ποιὸν νὰ μιλήσης; Ναί, ἀπαντᾶ. Αὐτὸ τὸ πλῆθος ἀποτελεῖται ἀπὸ σώματα. Ὅμως δὲν εἶναι καὶ πλῆθος ἀνθρώπων! Εἶναι πλῆθος σωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀκοή. Γιαὐτὸν τὸν λόγο καὶ πρόσθεσε, «τὰ αὐτιά τους εἶναι ἀτρύπητα (δὲν ἔχουν ἀκουστικὴ δίοδο)». Βλέπεις λοιπόν, ὅτι ὅλοι αὐτοί, ἐπειδὴ δὲν ἀκοῦν, γιαὐτὸ δὲν εἶναι ἄνθρωποι!
Ὁ Ἡσαΐας εἶπε, «ἦλθα καὶ δὲν βρῆκα ἄνθρωπο, προσκάλεσα καὶ δὲν ὑπῆρχε ἕνας νὰ ὑπακούση». Ὁ Ἱερεμίας εἶπε, «σὲ ποιὸν νὰ μιλήσω; Τὰ αὐτιά τους εἶναι ἀτρύπητα καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀκούσουν».
Οἱ δύο προφῆτες ἂν λένε τὰ λόγια αὐτὰ γιὰ τοὺς παρόντες, ἐπειδὴ δὲν πρόσεχαν μὲ ζῆλο στὸ κήρυγμά τους, καὶ μάλιστα λέγουν ὅτι γιαὐτὸ τὸν λόγο δὲν εἶναι ἄνθρωποι, τότε τὶ νὰ ποῦμε ἐμεῖς γιαὐτοὺς ποὺ ὄχι μόνο δὲν ἀκοῦν, ἀλλὰ δὲν καταδέχονται οὔτε νὰ διέλθουν τὴν πόρτα τοῦ Ναοῦ μας. Τὶ νὰ ποῦμε γιὰ τοὺς χριστιανούς μας, ποὺ πλανῶνται μακριὰ ἀπὸ τοῦτο τὸ ἱερὸ ποίμνιο. Γιαὐτοὺς ποὺ στέκουν μακριὰ ἀπὸ τὴν οἰκία τῆς μητέρας Ἐκκλησίας. Γιαὐτοὺς ποὺ τριγυρίζουν στοὺς δρόμους καὶ στὰ στενοδρόμια, σὰν τὰ ἄτακτα καὶ ρέμπελα παιδιά; Διότι ἐκεῖνα ἐγκατέλειψαν τὸ πατρικό τους σπίτι, περιπλανῶνται ἔξω ὅπουδήποτε καὶ περνοῦν τὴν ἡμέρα τους μὲ παιδικὰ παιχνίδια. Γιαὐτὸν τὸ λόγο καὶ τὰ παιδιὰ αὐτὰ πολλὲς φορὲς χάνουν ἀκόμα καὶ τὴ ζωή τους. Πέφτουν στὰ χέρια κλεφτῶν καὶ λωποδυτῶν καὶ πληρώνουν τὴν ἀμυαλιά τους μὲ τὸν θάνατο. Τὰ ἁρπάζουν ἐκεῖνοι, ἀφαιροῦν ἀπὸ πάνω τους τὰ χρυσαφικά τους καὶ ἢ τὰ πνίγουν σὲ ποτάμια, ἢ ἂν φερθοῦν μὲ λίγη φιλανθρωπία τὰ μεταφέρουν σὲ ξένο τόπο καὶ ἐκεῖ τὰ ἐλευθερώνουν.
Αὐτὸ παθαίνουν καὶ οἱ ἀνεκκλησίαστοι χριστιανοί μας. Ἀφοῦ πλανηθοῦν καὶ φύγουν ἀπὸ τὸ πατρικὸ σπίτι καὶ τὴν παραμονή τους μέσα σαὐτό, πέφτουν σὲ στόματα αἱρετικῶν καὶ στὶς γλῶσσες τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας. Ἔπειτα, ὅπως οἱ κλέφτες ἀφαιροῦν ἀπὸ πάνω τους τὰ χρυσᾶ στολίδια τῆς πίστεως. Ἀμέσως τοὺς πνίγουν ὄχι σὲ ποτάμια, ἀλλὰ τοὺς καταποντίζουν στὰ θολερὰ δόγματα τῆς βρωμερῆς αἱρέσεώς τους» (λόγος εἰς τὸ Σαῦλος δὲ ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καί… ΜignePG 51,115-116).
ἁγίας Μακρίνας 19.7.2019
ἀρ.νι.μα.








